Πανανθρώπινη συλλογικότητα: από τον Descartes στο αφρικανικό “ubuntu”
«Και παρατηρώντας πως τούτη η αλήθεια: «σκέφτομαι άρα υπάρχω» ήταν τόσο γερή και τόσο σίγουρη ώστε όλες μαζί οι εξωφρενικές υποθέσεις των σκεπτικών φιλοσόφων δεν ήταν ικανές να την κλονίσουν, έκρινα πως μπορούσα δίχως ενδοιασμούς να την παραδεχτώ σαν την πρώτη αρχή της φιλοσοφίας που αναζητούσα…»
Μια πρόχειρη μετάφραση της αρχής του Ubuntu είναι «ανθρωπιά προς τους άλλους». Μια άλλη μετάφραση θα μπορούσε να είναι «η πίστη σε έναν παγκόσμιο δεσμό συμμετοχής που συνδέει όλη την ανθρωπότητα».
«Ένα άτομο με ubuntu είναι ανοικτό και διαθέσιμο στους άλλους, με θετική προδιάθεση, δε νοιώθει απειλή όταν οι άλλοι είναι καλοί και ικανοί, γιατί ο ίδιος ή η ίδια έχει τη δική του/της αυτο-επιβεβαίωση που πηγάζει από τη γνώση ότι ανήκει σε ένα μεγαλύτερο σύνολο και ταπεινώνεται όταν άλλοι εξευτελίζονται ή ταπεινώνεται όταν άλλοι βασανίζονται ή καταπιέζονται»
–Αρχιεπίσκοπος Desmond Tutu
“Cogito ergo sum”: Με αυτόν τον τρόπο ο Descartes διαίρεσε την ανθρωπότητα σ” ένα Είναι πλήρως εξατομικευμένο: έγινε ο πρώτος επίσημος θεμελιωτής του ατομικισμού στη θεωρητική ενασχόληση. Και πόσοι άραγε επηρεασμένοι, γοητευμένοι από τη μαγική σύνταξη αυτής της “παγωμένης” φράσης δεν προσπάθησαν να την αντιπαρέλθουν δίνοντας όμως πρώτιστα βάση στη σύνταξή της; Το cogito είναι αυτονόητο. Το sum οπωσδήποτε πρέπει να αναφέρεται “πληθυντικά”: υπάρχουμε. Δεν είμαστε ποτέ μόνοι. Η βιογραφία μας είναι βιογραφία κοινωνική, βιογραφία πλαισίων θεσμικών, ιστορικών. Το ergo είναι που διυλίζει τα πράγματα και τυφλώνει τη σκέψη των φιλοσόφων. Ας το αφήσουμε λοιπόν εκεί που βρίσκεται: ένας συμπερασματικός σύνδεσμος μιας γλώσσας κυοφορούσας ολόκληρο σχεδόν το διαφωτισμό. Το πρόβλημα έγκειται ακριβώς κατά τη γνώμη μας, στο ότι η ιστορική ρήση του Descartes απομονώνει τον άνθρωπο, τον κάνει να χάνεται και να βυθίζεται κατά τρόπο άγονο στον εαυτό του.
Το θέμα όμως είναι να μην απομακρύνεται κανείς από την ανθρωπότητα: όπως και νάχει όλοι μας είμαστε έτσι κι αλλιώς συνδεδεμένοι. Δεν ξέρω με ποιον ακριβώς τρόπο, αλλά αυτό είναι το γεγονός. Όλοι μαζί συνθέτουμε την πραγματικότητα ή τουλάχιστον το συμβολικό σύστημα αξιών όπου ανήκουμε. Έτσι, είμαστε από τη φύση μας, κάτι σαν “κομμουνάριοι”. Ο ατομικισμός είναι ακραίο λάθος. Μια αντίληψη για τα επίγεια τουλάχιστον άσεμνη, τουλάχιστον χυδαία. Το να εμμένει κανείς στον εαυτό του, συνιστά μία ολοσχερή παρέκκλιση. Μονάχα η πανανθρώπινη συνείδηση είναι που μπορεί να μας λυτρώσει στις δύσκολες μανούβρες της ζωής. Το γεγονός ότι δεν είμαστε ποτέ μόνοι. Γιατί, στ” αλήθεια, θέλουν κάποιοι να ξεχωρίζουν, όταν δεν έχουν να προσφέρουν τίποτε στην πολύπαθη γη των ανθρώπων; Τι αξίζει στ” αλήθεια η τέχνη ή η επιστήμη αν δεν διακατέχεται από ανιδιοτέλεια; Έστω, να δεχτούμε την τέχνη για θεραπευτικούς σκοπούς, να δεχτούμε την τέχνη ως θεραπεία. Αλλά η χρεία της θεραπείας προέρχεται ακριβώς από τον ατομικιστικό τρόπο θεώρησης της ζωής. Όλα τα περί μοναξιάς, περί απομόνωσης και τα λοιπά δεινά, προέρχονται απ” αυτό. Συλλογική και πανανθρώπινη συνείδηση είναι που μας χρειάζεται. Τα υπόλοιπα θα βρούνε το δρόμο τους. Άλλωστε τι άλλο θα μπορούσε να είναι η πίστη χωρίς αυτή τη συνείδηση; Σε ποιον άλλο δρόμο θα μπορούσε να κατευθυνθεί η ελπίδα;
Γράφω σημαίνει αναπτερώνομαι. Γράφω απευθυνόμενος.
“ οὕτως ἔναυλος ὁ λόγος τε καὶ ὁ φθόγγος παρὰ τοῦ λέγοντος ἐνδύεται εἰς τὰ ὦτα, ὥστε μόλις τετάρτῃ ἢ πέμπτῃ ἡμέρᾳ ἀναμιμνῄσκομαι ἐμαυτοῦ καὶ αἰσθάνομαι οὗ γῆς εἰμι, τέως δὲ οἶμαι μόνον οὐκ ἐν μακάρων νήσοις οἰκεῖν· οὕτως ἡμῖν οἱ ῥήτορες δεξιοί εἰσιν” (Πλάτων, Μενέξενος, 235c).
(Τόσο έντονα εισδύει στην ακοή μου ο λόγος και η απαγγελία από το στόμα του ομιλητού, ώστε μόλις την τέταρτη ή την πέμπτη ημέρα αναγνωρίζω τον εαυτό μου και αντιλαμβάνομαι σε ποιο μέρος της γης βρίσκομαι, ενώ μέχρι τότε έχω σχεδόν την αίσθηση ότι κατοικώ στα νησιά των μακάρων. Τόσο δεινούς ρήτορες έχουμε εμείς).
Κι εδώ, η σωκρατική ειρωνία, ανατρέπει το σκηνικό. Ίσως όμως μέσω της ειρωνίας του, να μας αποκαλύπτει εκείνα τα οποία επιθυμούσε τω όντι ως πραγματικά.
Και στον Κρατύλο:
«[…] το όνομα “άνθρωπος” σημαίνει ότι, ενώ κάθε άλλο ζώο δεν ερευνά ούτε στοχάζεται για ό,τι βλέπει, ούτε “αναθρεί” (κοιτάζει προς τα πάνω), ο άνθρωπος και βλέπει – αυτό θα πει “όπωπε” – και “αναθρεί” και στοχάζεται για ό,τι “όπωπε” (έχει δει). Γι’ αυτό απ’ όλα τα ζώα μόνο ο άνθρωπος ονομάστηκε σωστά “άνθρωπος”, ως “αναθρών α όπωπε” (γιατί εξετάζει όσα έχει δει)»
Aφού έχουμε έμφυτη την ιδέα της ομορφιάς, γιατί να μας απασχολεί το cogito ή η ιδέα της υπάρξεως; Βεβαίως, ο John Ruskin υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο, πράγμα που όμως υπερθεματίζει από μόνο του ενισχύοντάς την τη δική μας άποψη. Δηλαδή εάν -κατά την άποψη του Ruskin- η ομορφιά ορίζεται ως ένας αισθητήρας που ξεκινά από τον άνθρωπο, από ό, τι θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ανθρώπινη φύση του, ενώ στην πραγματικότητα απλώς δεν υπάρχει, τότε μένει στον άνθρωπο να κυοφορήσει και να κυοφορεί επ” άπειρον την ιδέα αυτή της ομορφιάς. Κι αυτός ακριβώς ο σκοπός τού προσδίδει ένα ιδιαίτερο ειδοποιό υπαρξιακό χαρακτηριστικό που οφείλει ακατάπαυστα σχεδόν να υπηρετεί. Αλλά τι άλλο μπορεί να είναι η ομορφιά πέρα από αρμονία;