Η «άπειρη σημασία της στιγμής», της κάθε στιγμής

Δανείστηκα τον τίτλο, ή μάλλον τον κατασκεύασα βασισμένος σε μια φράση από ένα κείμενο του Κίρκεγκωρ.

Όλα τα ανθρώπινα εργαλεία είναι φτιαγμένα από υλικά αυτού του πλανήτη: της Γης. Από τη μία η τεχνολογία, κι από την άλλη τα γονίδια που συγκροτούν τα έμβια όντα. Αν προσθέσουμε σ’ αυτά και την άβια ύλη, έχουμε μια πρώτη εικόνα της βαθιάς αλληλεπίδρασης που συγκροτεί τις διεργασίες της ζωής. Όσο χρειαζόμαστε το οξυγόνο, άλλο τόσο χρειαζόμαστε την εμπειρία και την επινοητικότητα. Είμαστε λοιπόν η ευφυία της Φύσης; Αν η Φύση μας αντιλαμβάνεται, τότε ναι. Θα σταθούμε σ’ αυτή τη φράση της ανθρώπινης έπαρσης. Όμως δεν φαίνεται να υπάρχει τελικά καμμία διαχωριστική γραμμή μεταξύ Φύσης και Ανθρωπότητας. Η Φύση, μοιάζει ευφυέστερη: ¨Φύσις κρύπτεσθαι φιλεί – η Φύση αγαπά να κρύβεται». Και όπως το θέτει ο Αριστοτέλης: η φύση είναι μυστήρια, κι όχι θεία. Και η Φύση μοιάζει να μην έχει σκοπό. Εκτός από την έμβια πλευρά της, που στοχεύει στην αναπαραγωγή και την εξέλιξη των γονιδίων.

Το ανθρώπινο είδος κάποτε θα εκλείψει. Γιατί αυτή είναι η μοίρα των ειδών. Το ανθρώπινο είδος, ίσως δεν αποτελεί παρά μια μεταβατική κατάσταση: δεν φαίνεται να είναι τίποτε άλλο σχεδόν από έναν ακόμη φορέα γονιδίων. Και η τύχη, ή οι πολιτικές και κοινωνικές αναγκαιότητες φαίνεται ότι ρυθμίζουν τα υπόλοιπα μέσα στη ζωή μας.

Ακόμη, είναι ολοφάνερο ότι η Ανθρωπότητα δεν συμμετέχει ακόμη τουλάχιστον στο συμπαντικό γίγνεσθαι. Αν επιβιώσει ίσως καταφέρει να περατώσει μία από τις τρομακτικές αποστολές της: όπως το έχει εκφράσει ο Γιώργος Χειμωνάς, το «να εννοήσει η Φύση τον Άνθρωπο». Οπότε θεσπίζεται έτσι ένα ανώτατο όριο στο παρόν: η «άπειρη σημασία της στιγμής». Κι εδώ σταματώ. Για σκεφτείτε το.

Η γεγονότητα του θανάτου

Από τη στιγμή που ξεκινώ να γράψω, σημαίνει ότι αποδέχομαι την ιδέα του θανάτου, όσο κι αν επιθυμώ να διακηρύξω ότι αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν υπάρχει θάνατος. Δεν υπάρχει θάνατος, δεν σημαίνει ότι δεν υφίσταται το συγκεκριμένο ως συμβάν, σημαίνει ότι πέρα από την γεγονότητα του θανάτου, το υποκείμενο σ’ αυτήν, το θανόν υποκείμενο, απλώς αφήνει πίσω του την όποια αλληλεπίδραση με τα εγκόσμια. Αφήνει φόβους, αγωνίες, επιθυμίες, υποχρεώσεις. Εγκύπτει στους ποθητούς εξωκοσμικούς θεσμούς της μακαριότητας ίσως, κατ’ αναλογία με το κατ’ εξοχήν είναι αυτού (του υποκειμένου). Στην απόλυτη παύση, στην μεγάλη υπόθεση της σιωπής. Μια γενικευμένη φιλοσοφική διείσδυση θα μπορούσε να εγκύψει από εδώ: μια και η φιλοσοφία είναι μια υπόθεση γραπτή, καταγεγραμμένη, λόγος καταγεγραμμένος μέσα στον χρόνο, λόγος που αποτυπώνεται, εγγράφεται μέσω μηχανισμών, τίθεται το ερώτημα: πώς προβάλλεται τώρα αυτή η αντίστιξη λόγου και σιωπής μέσα στον χρόνο μου;
Τείνω να είμαι ο εαυτός μου, κι αυτό ανά πάσα στιγμή. Το Εγώ όμως, ο εαυτός, δεν είναι όλος ο Κόσμος. Ορίζεται, προσδιορίζεται πάντα σε σχέση με τον Άλλο ή τον Κόσμο. Βρίσκεται, παρευρίσκεται μάλλον, πάντοτε σε-σχέση-με. Ακόμη και σε σχέση με τον ίδιο τον εαυτό. Το Εγώ αποτελεί μια ελάχιστη αιχμή του Κόσμου: οφείλει να τον δει, να τον γνωρίσει και να δράσει μέσα σ’ αυτόν. Απλώς, οφείλει. Κίνητρο και εσωτερική λογική. Σκοπός και διάθεση. Αλλά η εσωτερική αυτή λογική ή αναγκαιότητα είναι συνεπώς μία υπόθεση σιωπής, μια και η ουσία της δράσης, της κίνησης, διακονίζεται όχι μονάχα από το άγχος ή τη μέριμνα αλλά και από την αγάπη, και επειδή η αγάπη δίνει έμφαση στη σιωπή, στο μη εκπεφρασμένο, αυτό από μόνο του ενισχύει το επιχείρημά μας για την υπόθεση της σιωπής που συνιστά η εσωτερική λογική ή αναγκαιότητα.

Το τέλος της Παγκοσμιοποίησης και του ατομικισμού

Με την εκλογή του Donald Trump εισάγεται ένα καινούργιο κεφάλαιο στην Παγκόσμια Ιστορία: η Αμερική δείχνει να συσπειρώνεται στον εαυτό της, και η συλλογική κάποτε διεργασία της Παγκοσμιοποίησης έχει αρχίσει να ασθμαίνει.
Αυτό σημαίνει και πυροδοτεί μια αποφκτέα άνοδο του εθνικισμού σε όλες τις χώρες, συνέπεια της αποκοπής τους από την Πλανητική Μητρόπολη. Ή θα οδηγηθεί ο πλανήτης σε πυρηνικό ολοκαύτωμα ή -στην καλύτερη δυνατή περίπτωση- σε μία καινούργια «μπελ-επόκ» όπου οι συλλογικότητες ορισμένων εναλλακτικών ομάδων προικισμένων με ιστορική μνήμη, αντιπροτείνουν το σύνθημα της Ειρήνης και της κατά τόπους παραγωγικότητας μέσω των μικρών αποθεμάτων που διαθέτουν. Ο μόνος τρόπος να ανθίσουν ξανά τα χαμόγελα είναι ο δεύτερος, όσο κι αν αυτός απηχεί έναν Νέο Μεσαίωνα ή μια νέα Προϊστορία.

Όσο για τον ατομικισμό όπως τον γνωρίσαμε, δεν έχει πια καμία θέση στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Οι ελευθερίες του ατόμου έχουν κατά κόρον περιοριστεί και μονάχα η συναλληλία και η επικοινωνία σε όποιο βαθμό επιφέρουν την οικοδόμηση ενός εδάφους πολιτικού, που θα καταφέρει να αποτελέσει το υπόβαθρο για μια ζωή ικανοποιητική χωρίς μίση και απληστείες. Ο νέος ατομικισμός που αναγεννήθηκε κατά τους Γάλλους κοινωνιολόγους το 1982, φαίνεται ότι κατέρρευσε τόσο σαν ιδέα όσο και σαν πρακτική, μια και στερείται παντελώς νοήματος -ζωτικού και συγχρονικού.

Τι διέξοδος προβάλλει λοιπόν; ποιά εφικτή λύση; η αντίδραση στον εθνικισμό από τη μια, μέσα από την ευρύτερη, δημοκρατική παιδεία -όσο κι αν η αγγλική γλώσσα τείνει να επιφορτιστεί με την τύχη της λατινικής όταν αποτελούσε κάποτε η τελευταία την lingua franca του Δυτικού Πολιτισμού – και οι κατά τόπους εναλλακτικές συσπειρώσεις με στόχο την παραγωγή ή ακόμη ίσως και την αυτοκατανάλωση. Δύσκολα τα πράγματα.

Προσωπικά όμως, δεν μπορώ να διανοηθώ άλλον δρόμο.

Και γιατί γράφουν οι άνθρωποι;

Οι άνθρωποι γράφουν και κοινοποιούν για να παίρνουν ανάσα οι υπόλοιποι. Αλλιώς θάχαμε να κάνουμε με μια άμορφη, άχρηστη μάζα – σάρκα χωρίς φωνήεντα, χωρίς ιαχές – γεμάτη φόβο και αγωνία. Θέλουμε όλοι μας, κι ο καθένας ξεχωριστά το όνειρο.

Ηθική και τεχνολογία

Αρχικά φαίνεται ότι στις μέρες μας, είναι η τεχνολογία που ρυθμίζει κατά κύριο λόγο την ανθρώπινη συμπεριφορά, ή την ηθική εν ολίγοις: το τι είναι και το τι δεν είναι κοινοποιήσιμο, το πότε είναι κάτι κοινοποιήσιμο – ο διαδραστικός χρόνος, οι διαδραστικοί νόμοι, η αυτόματη σύνταξη κάποιου κοινού και αόρατου συντακτικού χάρτη του ηθικώς κατακριτέου, όσα έχουν σχέση με τη βία, τη σεξουαλικότητα και τις εναλλακτικές πολιτικές, φιλτράρονται αυτόματα από την «ηλεκτρονική συνείδηση του χρήστη» και παίρνουν το δρόμο τους μέσα στο φιλόξενο και καθαρό περιβάλλον της ανθρώπινης πορείας μέσα στην Ιστορία. Δεν υπάρχει καμία νεοαποκτημένη έννοια ελευθερίας εδώ, στην επικράτεια δηλαδή του τεχνολογικού, αλλά ένα ακόμη πρόσωπο, μία όψη του εαυτού όπως αυτός διασαφηνίζει την ταυτότητά του ριγμένος μέσα στην υφή της δικής του χρονικότητας: επιείκεια στους νέους, αυστηρότητα στους μεγαλύτερους: ήδη ο ηθικός νόμος έχει κτισθεί ως θέσπισμα ανθρώπινο μέσα στον όποιο αυτοματισμό της κοινωνίας της τεχνολογίας. Εν ολίγοις, ο ανθρώπινος εαυτός είναι αυτός που ελέγχει τα πράγματα, καθώς επιβάλλει στα «θέλω» του ένα φιλτράρισμα καθαρά ηθικής υφής, όπως κάνει άλλωστε και στην υπόλοιπη καθημερινότητά του. Η τεχνολογία, ως ένας «γενικευμένος Άλλος» βοηθά απλώς σ’ αυτή τη ρύθμιση της συμπεριφοράς όπως και στον επανακαθορισμό της.