Λίγα λόγια για το χρήμα

Όλοι έχουμε προσδοκίες. Το να εργάζεται κανείς επειδή προσδοκεί σε κάτι, δεν είναι απαραίτητα κακό ή σφάλμα. Το να εργάζεται επειδή προσδοκεί στην τιμή και από αίσθηση καθήκοντος, είναι το ζητούμενο. Τι γίνεται όμως με το χρήμα; Το χρήμα είναι πειθώς: «εξαναγκάζει» προς εργασία. Θα μπορούσαμε να είχαμε άραγε μονάχα το Λόγο του ενός προς τον Άλλο σαν μέσο πειθούς; Είναι αφελές το ερώτημα: είμαστε τόσο πολύ υποταγμένοι στα υλικά αγαθά, ώστε αρνούμαστε το Λόγο του Άλλου σαν «γέφυρα μεταξύ παρόντος και μέλλοντος». Αντίθετα, η προσδοκία για όποια απόδοση της εργασίας μας ή των όποιων επενδύσεών μας, θεωρείται κάτι ρεαλιστικό, χειροπιαστό. Ίσως να μην μπορέσουμε ποτέ να καταργήσουμε το χρήμα. Είναι αυτό που κάνει «τη γη να είναι γη». Άλλως, θα είχαμε να κάνουμε με μία κοινωνία αφελών, μια κοινωνία «αλαφροϊσκιωτων». Ο άνθρωπος γενικά διεκδικεί. Κι αυτό είναι στη φύση του – όπως το θέλουν οι θετικιστές. Και, ναι, δεν θα είχαμε να κάνουμε με μια «πρωτόγονη» κοινωνία, αλλά με μια κοινωνία που θα στηριζόταν μονάχα στο λόγο και την απραξία. Αυτό, δεν θα διασφάλιζε καμμία ειρήνη ίσως. Ποιό κοινωνικό συμβόλαιο θα εξασφάλιζε την πειθώ ως αρχή και την συμπύκνωση, τη δόμηση αυτής της κοινωνίας ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει φυσιολογικά; Το χρήμα είναι το κατ’ εξοχήν αντικείμενο. Αποτελεί γνώμονα των πράξεών μας – του κοινωνικού πράττειν. Συνιστά δηλαδή έναν πρακτικό μετρητή των αναγκών μας, των αναγκών των δικών μου και των Άλλων, αναγκών που καλύπτονται ή τείνουν να καλυφθούν πάντα κάτω από το πρίσμα μιας δεσμευμένης, δεσμευτικής εργασίας.

Ας μιλήσουμε για τη μοναξιά

Και τι θα μπορούσαμε να πούμε για τη μοναξιά; Όχι του καλλιτέχνη, όχι του χειρώνακτα, όχι του τεχνικού, όχι του δασκάλου, αλλά του ανθρώπου γενικότερα, και ειδικά του δυτικού ανθρώπου: που έχει σαν διέξοδο από τη μια μία «υποχρεωτική» εργασία, κι από την άλλη μια «καλή» – σωστή και πλήρη – οικογένεια ή όποιο υποκατάστατό της. Μου φαίνεται ότι η ενασχόληση με τα κοινά, και ιδιαίτερα με την Πολιτική, την Ιστορία και κάποιες -όποιες- από τις Τέχνες, αίρουν το ζήτημα και καθιστούν τον κάθε «μονήρη βίο» απεριόριστα όμορφο: γιατί δεν είμαστε ποτέ πραγματικά μόνοι: κάποιοι έφτιαξαν τη γλώσσα μας – κάποιοι, ανάμεσά τους κι εμείς όλοι – τη διαμορφώνουμε, κάποια εταιρεία μάς παρέχει καθημερινά το νερό, και για όλους μας ισχύει μέσα στην πραγματικότητα που βιώνουμε ένα κάποιο μύθευμα. Μια κάποια «υπόσχεση ζωής». Τι λέτε; ακόμη και αυτή τη στιγμή που διαβάζετε αυτό το κείμενο, κάποιοι στην ΔΕΗ εργάζονται με βάρδιες ώστε να μπορέσουμε κι εμείς να επικοινωνήσουμε και με αυτόν τον τρόπο. Πίσω από κάθε αντικείμενο του πολιτισμού, κρύβεται τουλάχιστον ένας άνθρωπος. Δεν είμαστε ποτέ μόνοι. Η αίσθηση της μοναξιάς δεν είναι παρά μια ευγενέστατη πλεονεξία.

Κι ένα ερώτημα εμπνευσμένο από τα γραπτά του Γιώργου Ι. Τσιαντή

Είναι οι επαγγελματίες πολιτικοί «τεχνικοί της -καπιταλιστικής- εξουσίας»; Βρισκόμουν στην Πελοπόννησο στη Μονή Φιλοσόφου την ημέρα που ενημερώθηκα για το θάνατο του στοχαστή, συμμαθητή και φίλου Γιώργου. Αλλά δεν με υποκινεί κανένας συναισθηματισμός στο να σχολιάσω τα κείμενά του και τις ιδέες του, παρά μια a priori αναγνώριση της αξίας του. Ο καθηγητής Γιάννης Τζαβάρας, τον είχε μάλιστα αποκαλέσει – ήδη από το 2009 – «έξοχο στοχαστή». Αναζητείστε αν θέλετε το αυτόνομο έργο του «Φιλοσοφία και Τεχνολογία» (Γιώργος Ι. Τσιαντής) από τις Εκδόσεις «Έλλην». Μακάρι να είχαμε και άλλα καθαρά πνεύματα σαν κι αυτόν.

Ποιό να είναι άραγε το νόημα της Ιστορίας; (Γενοκτονία & Ανθρώπινα Δικαιώματα: μια πρώτη ανίχνευση)

Ας ξεκινήσουμε με μια απλή ιστορική μαρτυρία από το βιβλίο του Θοδωρή Καλλιφατίδη “Μητέρες και Γιοί”. Αναφερόμενος σε κάποιο χειρόγραφο του πατέρα του, ο συγγραφέας, παρουσιάζοντάς το αποσπασπατικά, σημειώνει: “Η Οινόη [του Πόντου] είχε τότε 9 χιλιάδες κατοίκους. Τούρκους, Έλληνες, Αρμένιους, Εβραίους και λίγους Ευρωπαίους. Η ελληνική κοινότητα είχε 4 χιλιάδες χριστιανούς ορθόδοξους και διατηρούσε καλά σχολεία. Σ’ ένα απ’ αυτά ανέλαβα υπηρεσία. Ήμασταν οκτώ δάσκαλοι. Είχαμε διευθυντή κάποιον Παπαμάρκου. Αυτός καταγόταν από την Ελλάδα και ήταν απόφοιτος της Παιδαγωγικής Ακαδημίας. Ήμουνα πολύ ευχαριστημένος από άποψη αμοιβής και ανέσεων. Δυστυχώς στο τέλος της χρονιάς αναγκάστηκα να φύγω. Και ο λόγος; Είχε κηρυχθεί ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος στον οποίο πήρε μέρος και η Τουρκία με το μέρος του Άξονος και που κράτησε από το 1914 ως το 1918. Όλος σχεδόν ο κόσμος χωρίστηκε σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Αγγλία, Γαλλία, Ιταλία, Ρωσία, Ιαπωνία, Αμερική, Ελλάδα, Σερβία αποτελούσαν την Αντάντ, και Γερμανία, Τουρκία, Αυστρία και Βουλγαρία τον Άξονα. Έτσι οι Τούρκοι αγρίεψαν. Άρχισαν να μη βλέπουν με καλό μάτι την ανθηρότητα των ελληνοχριστιανικών κοινοτήτων. Αραιά κρούσματα δολοφονιών Ελλήνων άρχισαν να σημειούνται. Απομάκρυνση του χριστιανικού στοιχείου προς το εσωτερικόν της Τουρκίας ψιθυριζόταν. Οι χριστιανοί άρχισαν να φοβούνται”.
Προς το παρόν, παρά τον ανεπαίσθητα διάχυτο φόβο, δεν τίθονταν πάντως ακόμα κάποιο θέμα γενικής σφαγής του ελληνοχριστιανικού στοιχείου του Πόντου. Είναι όμως γνωστά λίγο-πολύ αυτά που επακολούθησαν, παρόλο που τα συγκαλύπτει μία σκιά διπλωματίας και διαλακτικής πολιτικής. Φαίνεται ότι η Ιστορία στις μέρες μας γράφεται περνώντας ακριβώς μέσα από το φίλτρο της πολιτικής. Βρισκόμαστε όλοι μας πάνω σ’ έναν μικρό γαλαζωπό πλανήτη και προσπαθούμε απλώς να «τα βρούμε μεταξύ μας». Γιατί τέτοια φρενίτιδα με κάθε διαχωρισμό σε θρήσκευμα, φυλή, εθνικότητα και κάστα;

Γι’ αυτό υπάρχουν ωστόσο και περιπτώσεις που έχουν προκαλέσει διεθνείς αντεκδικήσεις. Ιδιαίτερου ελληνικού ενδιαφέροντος είναι οι καταγγελίες των Αρμενίων και των Ελλήνων που ζούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και διεκδικούν αναγνώριση των μαζικών σφαγών που διαπράχθηκαν εναντίον τους από την Οθωμανική κυβέρνηση στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αι. Οι Αρμένιοι αναφέρουν ως γενοκτονία την εξόντωση τους από τον στρατό των Νεοτούρκων στις αρχές του περασμένου αιώνα (1915), ενώ για την ίδια περίοδο και μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, ανάλογες πρακτικές καταγγέλλουν και οι Έλληνες που κατοικούσαν στην Τουρκία. Το ελληνικό κράτος έχει αναγνωρίσει επίσημα και τις δύο περιπτώσεις ως γενοκτονία, ενώ η τουρκική κυβέρνηση αντιδρά έντονα στον χαρακτηρισμό, ισχυριζόμενη ότι επρόκειτο για εσωτερικές συγκρούσεις, με εκατέρωθεν απώλειες, οι οποίες οφείλονταν μάλιστα στην προσπάθεια κατάλυσης της εδαφικής ακεραιότητας της Τουρκίας. Το 2001, πάντως, η γαλλική εθνοσυνέλευση εξέδωσε ψήφισμα που αναγνώριζε τη γενοκτονία κατά των Αρμενίων, επιφέροντας διπλωματικές διαμαρτυρίες εκ μέρους της Τουρκίας (υπενθυμίζουμε εδώ, ότι στη Γαλλία κατοικεί σημαντική μειονότητα Αρμενίων). Αλλά ας δούμε πώς εισχώρισε στο λεξιλόγιό μας ο όρος αυτός:

Ο ελληνικός όρος γενοκτονία λοιπόν, είναι ταυτόσημος με τον διεθνώς χρησιμοποιούμενο όρο genocide που προέρχεται από την ελληνική λέξη γένος και το λατινικό ρήμα caedere ( = φονεύω). Τόσο ο ελληνικός όσο και ο διεθνής όρος δημιουργήθηκαν επίσημα (όροι του Διεθνούς Δικαίου πλέον κατόπιν διεξαγωγής Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ) μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Με αυτόν τον όρο αποδίδεται κυριολεκτικά η από τους αρχαιότατους χρόνους υφιστάμενη έννοια και ακριβέστερα ένα από τα αρχαιότερα μαζικά εγκλήματα που αποβλέπουν στη συστηματική, με βίαια ως επί το πλείστον μέσα, επιδιωκόμενη εξόντωση ολόκληρης φυλής ή κάποιου μέρους της σε ορισμένο τόπο.
Τον όρο διετύπωσε πρώτος ο Αμερικανός καθηγητής Λέμκιν το 1945 λίγο πριν από τη Δίκη της Νυρεμβέργης κατά των πρωταιτίων της εξολόθρευσης των Εβραίων από το καθεστώς των ναζί. Η φρίκη και ο αποτροπιασμός που προκάλεσε σε όλο τον κόσμο η συστηματικά οργανωμένη από τους ναζί προσπάθεια βιολογικής εξόντωσης της εβραϊκής φυλής, πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο όσο και κατά τη διάρκειά του, ώθησε τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ να χαρακτηρίσει επίσημα τη γενοκτονία ως έγκλημα που τιμωρείται με βάση το Διεθνές Δίκαιο. Έτσι ο όρος αυτός απετέλεσε και τον κύριο κατηγορητήριο όρο στη Δίκη της Νυρεμβέργης.
Αλλά και πριν τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, υπήρχε ένα κλίμα υπεράσπισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην κοινή γνώμη της Δύσης διεσπείρετο μια αποστροφή για το μαζικό έγκλημα καθώς και για την καταπίεση γενικότερα. Για παράδειγμα, μπορούμε να αναφερθούμε στο καθεστώς του Αβδούλ Χαμίτ, τελευταίου σουλτάνου της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, που δυσφήμισε κατά πολύ την Τουρκία στη Δύση: αλλά και πάλι, υπεισέρχονταν στην περιγραφή της όλης κατάστασης “παράλογες υπερβολές”, λ.χ. η απαγόρευση του να αναφέρεται η δολοφονία ξένων μοναρχών στις τουρκικές εφημερίδες και η υποχρεωτική απόδοση του θανάτου τους σε άλλα αίτια (όπως η δυσπεψία).
Αλλά η περίφημη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, αποτελεί ακόμη και σήμερα αντικείμενο ιστορικών και πολιτικών διαξιφισμών: Γράφονται πάρα πολλά κείμενα και δημοσιεύονται πολλές απαντήσεις. Πραθέτουμε ένα απόσπασμα από το Διαδίκτυο: “Αν κάνατε τον κόπο να διαβάσετε τον 5ο τόμο της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, […] και μάλιστα τις σελίδες 386-387, στις οποίες παρατίθεται το σχετικό έγγραφο που αφορά στην δίωξη των Ελλήνων της Τραπεζούντας ίσως και να αποκτούσατε ιστορική συνείδηση απαλλαγμένη από αδόκητα στερεότυπα και φαντασιακές κοινοτοπίες. […] Αν η υπόθεσή σας ευσταθεί, πώς θα ερμηνεύατε την φυγή 90.000 Ελλήνων που ακολούθησαν τον ρωσικό στρατό στην εμφυλιοκρατούμενη Γεωργία το Φεβρουάριο του 1918 από την περιοχή που αναφέρεστε;”
Όμως μια μακριά παράδοση που υποστηρίζει τα ανθρώπινα δικαιώματα, σταθμεύει ανάμεσα σε άλλα και στον Στωικό φιλόσοφο Χρύσιππο που υποδεικνύει μία γενικώς παραδεκτή πολιτική γραμμή για το “πρακτέον”. Αναφέρει: “Λόγος φύσεως [ή ορθός λόγος] προστατικός μεν ων ποιητέον [ή πρακτέον] απαγορευτικός δε ων ού ποιητέον”. Το τι είναι “ποιητέον” και το τι όχι, φαίνεται πάντως να το καθορίζει περισσότερο η πολιτική παρά η ηθική φιλοσοφία. Οφείλουμε λοιπόν να διακρίνουμε κάθε φορά τι πρέπει να πράξουμε, όχι μονάχα σύμφωνα με το Λόγο ή τη διαίσθηση, αλλά υπακούοντας στην εσωτερική φωνή της συνείδησης, στην ίδια τη φύση, αγωνιζόμενοι για τα αιώνια κληροδοτούμενα ιδανικά της σύνολης ανθρώπινης οικογένειας. Η Ιστορία όμως αποδεικνύεται πάντοτε τουλάχιστον ατίθαση. Και το νόημά της, σύμφωνα με τον Αμερικανό ιστορικό Έντουαρντ Καρ καθώς και άλλων διανοητών, δεν φαίνεται να είναι άλλο από τη θέσπιση του προτάγματος μιας “ουτοπικής” αλλαγής: την εξάλειψη της απληστίας και του μίσους από την ανθρώπινη καρδιά. Αυτό που χρειάζεται είναι μια ριζική διάκριση ανάμεσα στο ψηλό και στο χαμηλό, κι αυτό τελικά – εφόσον επιτευχθεί- θα ενισχύσει τόσο τη σκέψη όσο και την κρίση των ανθρώπων.

Βιβλιογραφία:

Θοδωρής Καλλιφατίδης: Μητέρες και Γιοί, εκδ. Γαβριηλίδης, 2007.
David Hotham: Οι Τούρκοι, μτφ. Ελένη Ταμβάκη, Εκδόσεις Ι. Φλώρος, 1986.
Μυρτώ Δραγώνα – Μονάχου: Φιλοσοφία και Ανθρώπινα Δικαιώματα, ΟΕΔΒ, 1985.
Έντουαρντ Χ. Καρ: Τι είναι η Ιστορία, μτφ. Αντρέας Παππάς, εκδ. Γνώση.

Σημείωση:
Το Φεβρουάριο του 1994 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως Ημέρας Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο μικρασιατικό Πόντο την περίοδο 1916-1923. Η αναγνώριση αυτή, παρόλη την εβδομηκονταετή καθυστέρηση, δικαίωσε ηθικά τον ποντιακό ελληνισμό και συνέδεσε το σύγχρονο ελληνισμό με την ιστορική του μνήμη.