Για την προέλευση της γραφής

Θ’ αρχίσω αυτό το μικρό “δοκίμιο” παραθέτοντας ένα κείμενο του Δημήτρη Πολυχρονάκη, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Κρήτης:

TO EΛEΓEIO TOY TAYPOY

Είτε ως σύμβολο της πιο ωμής και κτηνώδους δύναμης, είτε ως έκφραση βασιλικής κυριαρχίας και γονιμότητας, ο ταύρος από την προϊστορική αρχαιότητα αποτελεί μια ενσάρκωση του Πρωτόγονου, των σκοτεινών και άναρχων δυνάμεων της Ζωής, του Χάους και του Ερέβους από τις οποίες ξεπήδησε το φώς και η ευταξία του Κόσμου.
Ο ταύρος είναι μια κοσμογονική δύναμη, μια δύναμη της Αρχής, εκεί όπου ο κόσμος, ευρισκόμενος ακόμη σε μια κατάσταση πρωτογενούς ρευστότητας, δεν έχει αποκρυσταλλωθεί σε συγκεκριμένη μορφή, αλλά υπάρχει στο επίπεδο της καθαρής και άμορφης ενέργειας. Αυτό τουλάχιστον μας διηγούνται οι πανάρχαιοι μύθοι της Ανατολής από την Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία μέχρι την Περσία, την Ινδία, ή την αρχαϊκή Ελλάδα της μινωικής Κρήτης. Το πυρακτωμένο ρουθούνισμα του ταύρου είναι το περίφημο «Αλεφ», η ζωοφόρος πνοή του κόσμου, που ενσαρκώνει ο Θεός (ο «Γιαχβέ»), και συμβολίζεται πάντα μέσα από το πρώτο γράμμα της αλφαβήτου που γεννάει όλα τα άλλα, το γράμμα Α, το οποίο σε εικονικό επίπεδο δεν είναι παρά το κεράτινο κεφάλι του ταύρου γυρισμένο ανάποδα.
Κατά τον ίδιο τρόπο, το σκοτεινό, απλανές και συνάμα επίμονο βλέμμα του ταύρου ενέχει πάντα κάτι από το απλανές σκοτάδι από το οποίο γεννήθηκε το φως της Κτίσης. Συγκρινόμενος με το λιοντάρι ή την τίγρη, που στους αρχαίους μύθους διόλου τυχαία παρουσιάζονται ως βασικοί ανταγωνιστές του, ο ταύρος υπολείπεται σε χάρη ή κομψότητα την οποία όμως αναπληρώνει στο επίπεδο της ορμής και δύναμης. Το ίδιο το άμορφο και ακανόνιστο περίγραμμά του, ο σκοτεινός και σιωπηλός όγκος του, μοιάζει με αποτύπωμα της τεράστιας και άναρχης ισχύος που συσσωρεύει στο εσωτερικό του, της ζωικής ενέργειας που διαπερνά ολάκερο το σύμπαν.
Ως τέτοιος, ο ταύρος δεν έπαψε ποτέ να μαγνητίζει και να σαγηνεύει το ανθρώπινο βλέμμα. Κι αυτό σημαίνει: να γοητεύει και να φοβίζει μαζί, να ελκύει και να απωθεί. Η σαγήνη του ταύρου είναι η σαγήνη του πρωτόγονου, του προϊστορικού, του αρχέγονου, αυτού που ο άνθρωπος κατασίγασε για να μορφώσει παιδεία και πολιτισμό, αλλά αυτό δεν έπαψε ποτέ να μιλάει –αόριστα ή αινιγματικά- στα κατάβαθα της ανθρώπινης ψυχής.
Την ίδια στιγμή όμως ο ταύρος ως μέρος της προϊστορικής νύχτας από την οποία ξεπήδησε το φως του πολιτισμού συνιστά ένα πραγματικό άβατο, κάτι στο οποίο ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε ποτέ να εισέλθει χωρίς να αντιμετωπίσει το ενδεχόμενο της απορρόφησης και της καταστροφής του. Ένα τέτοιο άβατο ήταν ο λαβύρινθος της μινωικού πολιτισμού στο τέρμα του οποίου ενέδρευε ο Μινώταυρος. Παραλλαγή του λαβύρινθου είναι και η αρένα, αυτό το μοντέρνο Καπιτώλιο, που κάποτε δίνει την εντύπωση θεατρικής σκηνής πάνω στην οποία παίζεται το πανάρχαιο δράμα της ατέρμονης σύγκρουσης του ανθρώπου με τις σκοτεινές δυνάμεις της Ζωής. Και πρόκειται πάντα για μια βίαιη, πρωτόγονη, βάρβαρη, αιματοβαμμένη τραγωδία, όπου οι ρόλοι θύτη και θύματος, νικητή και ηττημένου, πολιτισμένου και απολίτιστου εναλλάσσονται ακατάπαυστα, ως εάν οι δύο αντίπαλοι, ταύρος και ταυρομάχος, να ήταν αντανακλάσεις ο ένας του άλλου μέσα από μια βίαιη σχέση Έρωτα και Θανάτου.
Όπως πάντα, τα αντίθετα έλκονται, έτσι ώστε μέσα από τη σύγκρουσή τους να μην γνωρίζει κανείς ποτέ με βεβαιότητα αν αυτοί οι δύο θανάσιμοι αντίπαλοι δεν είναι παράλληλα και δίδυμα αδέλφια, αδελφές ψυχές, σωσίας ή alter ego ο ένας του άλλου. Το μόνο βέβαιο είναι το πτώμα του ενός ή του άλλου που απομένει μετά τη μάχη να στέκει, καθώς θα έλεγε και ο Σολωμός, «απομεινάρι θαυμαστό, ερμιάς και μεγαλείου». Όπως θα το έθετε και ο Αμλετ τη στιγμή του ξεψυχίσματός του, μετά την καταιγίδα της μάχης «ό,τι απομένει είναι σιωπή».

Δημήτρης Πολυχρονάκης
Πανεπιστήμιο Kρήτης

Υποθέτω αρχικά ότι κατά την προϊστορία, μια από τις στιγμές που διατρέξανε φορτίζοντας με άπειρη σημασία το ανθρώπινο πνεύμα – το πνεύμα ειδικότερα του homo sapiens- ήταν εκείνη κατά την οποία κάποιο μέλος μιας κοινότητας μπόρεσε να “δει” τον ταύρο, ή τον ευκάλυπτο, ή ένα σύδεντρο ή κάποιο έντομο ή κάποιο ψάρι. Και το ονόμασε. Ονόμασε τον ταύρο, τον ευκάλυπτο, το σύδεντρο, το έντομο, το ψάρι. Αυτό ακριβώς, η ονοματοδοσία είναι που τον διαχώρησε από το περιβάλλον ως υπ-εύθυνο, ως υπό-χρεο, και που τον διαχώρησε από τα υπόλοιπα έμβια όντα οδηγώντας στην χαραυγή του πολιτισμού. Είναι μια στιγμή καθοριστικής σημασίας: το να δει κανείς κάτι. Όπως στο “χορό των πιθήκων” που κάποια στιγμή, ένας από αυτούς γυρίζει ανάποδα την παλάμη του και οι υπόλοιποι εκ-στασιάζονται.

Η απεικόνιση του έμβιου όντος προηγείται της γραφής. Η ανάγκη που την γεννά, είναι η ανάγκη της για κοινοποίηση της εκ-κάλυψης, η ανάγκη νομής του εν-τω-Κόσμω-Είναι: του εντός του Είναι όντος. Ο Πολυχρονάκης έχει μιλήσει για “εσωτερικότητα σ’ ένα άγριο έξω”. Αυτό, ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τις καταστάσεις της σύγχρονης εποχής. Αλλά μου φαίνεται ότι θα έπρεπε να ισχύει επίσης και για τους πρώτους homo sapiens.

Το ρήμα “βλέπω”, το “είδα”, έχει μια σημασία μεταφυσική, σχεδόν κατ’ απολυτότητα. Πρόκειται για την στιγμή της εκ-κάλυψης του όντος μέσα στο καθημερινό πράττειν. Ανασύρει το θεμελιώδες ερώτημα της μεταφυσικής, το “πόθεν τα όντα;” και απαντά γλωσσικά καθ’ υπέρβαση με την ονοματοδοσία. Κάτι που γίνεται ευρέως αποδεκτό από την κοινότητα ως έννομο και καθολικό. Η γλώσσα, πέρα από ένα πρακτικό μέσο που συνιστά, διατηρεί και μία χρήση μεταφυσική, καθόσον ονομάζει: κι αυτή η ονομασία οριοθετεί (εάν δεν συνιστά κιόλας) την προέλευση του όντος: από τη στιγμή που “είδα” κάτι, κι αυτό το κάτι υπάρχει από πριν – και μάλιστα κατά τρόπο αντικειμενικό – , δεν απομένει παρά η εσωτερική του φθογγοποίηση και η εκφορά της που επικυρώνεται όμως, εγκολπώνεται από την κοινότητα ως κάτι το οποίο λέγεται, φθέγγεται. Η όλη η ουσία του ζητήματος βρίσκεται λοιπόν εδώ: στη συμβολική εξουσία που μέσω της γλώσσας, αναπτύσσει το ανθρώπινο γένος πάνω στην μεταφυσική και πάνω στο Είναι, καθώς, φθεγγόμενος o καθένας, αντιστοιχεί την πραγματικότητα με το εκάστοτε γλωσσικό σημείο – την επιτάσσει στη γλώσσα αδιάρρηκτα και εντάσσεται ο ίδιος μέσα στη μοίρα και την όποια ελευθερία χειρισμού ή διαχείρησής της.

Μερικές διαπιστώσεις και κάποια ερωτήματα

Ο καθένας ζει σύμφωνα με τον «εαυτού δαίμονα». Αυτό σημαίνει ελευθερία. Η αιτία του καθενός μας όμως είναι έξω από τον εαυτό μας. Κανείς δεν είναι επιφανειακός: όλοι μας έχουμε κοινωνικές δεξιότητες τέτοιες που μας επιτρέπουν ν’ αφομοιώνουμε τη ζωή, το παρόν κυρίως, και να διαβλέπουμε μέσα από τις αποφάσεις μας το πώς θα κινηθούμε στο μέλλον. Η απόφαση κι όχι τόσο η επιλογή ίσως να είναι και αυτό που θα καθορίσει αυτό το μέλλον. Σε τι διαφέρει η απόφαση από την επιλογή; Στη δύναμη ζωής που απαιτεί ώστε να την θέσουμε σε εφαρμογή.
Έχει αιτία η αρετή;
Ποιά άλλη θα μπορούσε να είναι η πηγή της (πολιτικής) ηθικής έξω από την τιμή, το δέος και την ωφέλεια;
Ο Πλάτων στην «Πολιτεία» του, έχει ένα όμορφο απόσπασμα (617e) που παραθέτουμε εδώ σε μετάφραση Ν. Μ. Σκουτερόπουλου (εκδόσεις ΠΟΛΙΣ):»Δεν θα σας πάρει με κλήρο κάποιος δαίμονας, θα τον διαλέξετε εσείς τον δαίμονα. Οποιανού του λάχει ο πρώτος κλήρος, αυτός πρώτος να διαλέξει τη ζωή που αναγκαστικά θα ζήσει (ω συνέσται εξ ανάγκης). Δεν έχει δεσπότη η αρετή. Ανάλογα αν την τιμάει κανείς ή την περιφρονεί, θα ‘ναι και πιο μεγάλο ή πιο μικρό το μερτικό του επάνω της. Η ευθύνη είναι αυτουνού που διαλέγει. Ο θεός δεν έχει ενοχή (θεός αναίτιος)».