My commission

12112358_10204730845891498_3788595927438223907_n

Φωτογραφία της Λίνας Δημητροπούλου

MY COMMISSION

Now, dignify every alert of wisdom – be touchful and careful – do not evaporate under your childhood stairs, do not vanish into the marketplace-
Be thoughtful but useful as well – just accept smoothly your own path and regain your local screen – on and on as it goes again – until a lullaby of tiny robins comes
and escapes you
through your hands vapor and sand
upon an open true colored horizon breeze
into your own flesh and bones – everytime you breath into the chilly night or even you just keep staring wishfully at me. Yes, I am committed.

1 – 5 – 2014

A song called «Tearbath»

12047118_10204730847411536_7454558210564859308_n

Φωτογραφία της Λίνας Δημητροπούλου

TEARBATH

Well I can say what’s done is done
And what’s completed is not enough
But I can feel my heart’s on fire
I’m seeking freedom from desire

Tearbath in heaven
Is an emission to feel
Tearbath in heaven
Got no permission to thrill
Tearbath in heaven
Just an emotion to fill
Guess this is all the best I can heal

And night is dizzy
Can’t get no dreams
All I spotted
Is your marriage beams
You little lady, can’t make you mine
Your stare is up
To the fronted sky

Tearbath…

Your friends are clean
I’ ll have more wine
Then disappear thru the evening light
What’ s been solid melts into air
All in an image of your hair

Tearbath….

All I am is on your vision
Your skin, your eyes
No television
Not any media can be sung
Now you’ve collected
Too much sun.

Το Εγώ & το Εσύ: έκθεση και απολύτρωση

Θ’ αρχίσουμε παραθέτοντας ένα ποίημα του γερμανόφωνου ποιητή Paul Celan (1920 – 1970), σε μετάφραση Γιώργου Καρτάκη (από το www.poiein.gr):

ΚΑΙ ΤΑ ΩΡΑΙΑ
Και τα ωραία που τράβηξες , και τα μαλλιά
που τραβάς :
ποιό χτένι
θα τα καλοχτενίσει πάλι , τα ωραία μαλλιά ;
Ποιό χτένι
σε τίνος το χέρι ;
Και οι πέτρες που σώριασες ,
αυτές που σωριάζεις :
τις σκιές πού θα ρίξουν ,
και πόσο μακριά ;
Κι ο αέρας που από πάνω περνά ,
κι ο αέρας :
θα αρπάξει μια πέτρα απ ΄ αυτές ,
να την αποδώσει σε σένα;

Με ποιο τρόπο μπορούμε να διαυγάσουμε αυτή τη γραφή; Διαβάζοντας, μιλώντας, ξαναγράφοντας;
Γράφω όμως σημαίνει πάντα ότι γράφω «κατά τον εαυτού δαίμονα» – όχι όμως κατ’ αναγκαιότητα με τον τρόπο που μιλώ. Αυτό είναι ολοφάνερο, αν όχι κοινός τόπος. Ωστόσο στον Heidegger λ.χ. προτεραιότητα στο καθημερινό έχει η ομιλία. Και ο Celan, μιλάει. Αυτή είναι ίσως και η διαφοροποίηση της σύγχρονης γερμανόφωνης ποίησης. Κάποιοι τραγουδούν, επιστρέφοντας στην ομοιοκαταληξία, και άλλοι μιλούν. Γράφω, είπαμε, «κατά τον εαυτού δαίμονα». Δεν μου επιτρέπεται να μιμηθώ, να αποσπάσω μία έτερη ταυτότητα – εκτός ίσως μέσα από τη μυθοπλαστική διεργασία της αναπαράστασης. Γράφω όπως είμαι, και γράφοντας διαγιγνώσκω αυτό το οποίο είμαι, αναγνωρίζω αυτό που είμαι εγώ – και που μέσα στην πλήρη και ευρεία εξατομίκευση του Είναι, δεν είναι με αυτόν τον τρόπο – ίσως- άλλος κανείς. Ούτε καν εγώ ο ίδιος. (Ας παραβάλουμε εδώ τον στίχο του Δημήτρη Πολυχρονάκη, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Κρήτης: «Εκεί που είμ’ εγώ, εκεί που είμ’ εγώ, εκεί δεν είναι κανείς») Η στιγμή της αιχμής αυτής της προφάνειας είναι που υπογράφει τη μαρτυρία της μετοχής μου στο κοινωνικά προσδιορίσιμο γίγνεσθαι. Παρόλο, υπάρχει «κάποιος σαν κι εμένα»: ο erste beste των αναγνωστών που θα με αποτιμήσει, και ίσως τελικά να μ’ αγαπήσει. Όχι ως πρόσωπο, αλλά ως φορέα, ως μορφή έκφανσης του φαινομένου της πράξης της γραφής. Ως ένα ον απολυτρωμένο από το Εγώ, που αποκτά για μια στιγμή το χάρισμα να απολυτρώνει. Και αυτή την απολύτρωση από το ευτελές, το σποραδικό και το τυχαίο είναι που υπηρετεί η τέχνη του λόγου, ακόμη και η ίδια η προφορικότητα της ομιλίας μέσα από την αφηγηματικότητά της, μέσα από την προτροπή και μέσα από την δομημένη έκφραση και την υπόσχεσή της. Γιατί μιλώ, σημαίνει αυτόματα και υπόσχομαι. Η ομιλία μου σημαίνεται κάτω από τη σχέση με τον Άλλο, είναι, διατηρεί και πληροί μία υπόσχεση.
Γιατί κατά την καθημερινή συνομιλία, συντελείται μεν μια συνεννόηση, όμως ουδείς «συννοεί» με τον Άλλο, παρά σε σπάνιες στιγμές όπου η μέθεξη στο μεταφυσικό δέος του ανήκειν μέσα στο Σύμπαν καθίσταται αμοιβαία διαυγής. Το Εγώ και το Εσύ, καθώς και η πλήρης ανέλιξη αυτής της διαλογικής σχέσης, σπάνια κορυφώνεται κι ακόμη, συνήθως ούτε καν εμφανίζεται μέσα στον κόσμο της συναλληλίας, τον κόσμο της αγοράς, τον «κόσμο των πολλών». Φυσικά, ο κόσμος της αγοράς είναι κατά γενική ομολογία πλουσιότερος από έναν απογυμνωμένο «κόσμο των πολλών» όπου κυριαρχεί το κρύψιμο και η αναποφασιστικότητα. Ο κόσμος της αγοράς είναι ένας κόσμος συμφωνίας – αν όχι ομοφωνίας, μιας ομοφωνίας θραυσματικής που διαχέεται στις κατοικούμενες εκτάσεις και κυρίως στο άστυ. Είναι ένας κόσμος συναίνεσης και δεσμευτικότητας, όπου ο καθένας, σαν ίσος απέναντι σε ίσο, αναλαμβάνει και κυοφορεί μία υποχρέωση έναντι του Άλλου. Στην ποίηση, αυτή η υποχρέωση συνίσταται στη μετάδοση του βιώματος, κι ενός από τα κεντρικότερα νοήματα της μετοχής στο Είναι: της αναζήτησης ενός Εσύ που θα κατανοήσει το Εγώ του ποιητή, τη θέση του στον Κόσμο. Απολύτρωση λοιπόν ή έκθεση της κατάστασης του Εγώ, ιδού το δίπολο γύρω από το οποίο περιστρέφεται η ποίηση του Celan. Όμως υπάρχουν και πιο απλές ματιές στον κόσμο και την ανθρώπινη κατάσταση, που εκφωνούν ανάλογα πάντα νοήματα όπως στο ποίημα που παραθέτουμε εδώ:

«where I am»

Tiffany Musabymana (singer, homemaker, poet, homeschooler, crafter)

I’m not inside me.
Scattered,
a piece of confidence here, a bit of determination there,
discipline everywhere.
I clean up each corner, sort,
and place all the bits and pieces together.
Try to make sense of my life,
Myself,
Just me…….

Δύο ποιήματα

Η εσπέρα της Ταφής

Κι ο δρόμος δεν μου ανήκει.
Αποχωρισμένη διακόρευση της αυγής, αφήνει πίσω της κάθε άλλη γυναίκα
κι εμμένω στιγματισμένος μόνος, με σκέψη βαθιά
καθώς στον ορίζοντα του στήθους της δεκαεννιάχρονης Μπριγκίττε,
ο ουρανός απλώνεται βαρύς, ενάντιος στην προφητεία των κομητών.
Τετέλεσται τώρα το μένος.

Κι ο δρόμος δεν μου αρκεί. Ακατάπαυστος.
Είναι απόλυτα προσωπικό το νόημα των καιρών.
Οχλοβοή. Πολλοί περιέρχονται με φόρτο αμάλγαμα.
Πολλοί κερδίζουν ζωή, εφήμερη κι έναν καθαρμό επιούσιο
στο βήμα της μεθόδου.
Ναι, σκέφτονται. Όλοι πετούν χαμηλά, έμβρυα πτερωμένα. Έρμαια νησιά του παντός αποκαλύπτουν την αρχαία ρήση: «η φύση είναι μυστήριο, δεν είναι θεία».
Και στο ρείθρο της καταπακτής, ένα βοτάνι άνομο εύχεται ευλογίες
Εύχεται νηπενθή Αστερούσια όρη και μονοπάτια κινδύνου
καθώς οι ιαχές μέσα από τις κατακόμβες διυλίζουν τη μαύρη γη
που αρπίζει γνέφοντας οιωνούς στα κυπαρίσσια.
Χάνομαι κοιτάζοντας τον καθένα στα μάτια
κι οπαδός εξαναγκασμένος γίνομαι της θερμότητας
Ίσα να ψηλαφήσω το καλοκαίρι
Και το βλέμμα το άκοπο του χώματός σου που σε θρηνεί.

20 – 6 – 2014

Δεισιδαίμων Όλυνθος

Πού είναι τα χέρια σου γυμνή Χριστίνα;
Χριστίνα μου…
Δειλός είναι ο κάμπος όσο τον αποφεύγεις.
Έτσι κρατιέται γόνιμος και συμπαγής στους αχυρώνες.
Κι η Όλυνθος περιμένει την παρειά της σιωπής
Να λαβώσει την ασύντακτη παρθενία
Αμείλικτα προσκολλημένη στα χτυπήματα της γης
Που συγκέντρωσες μέσα από τις φωνές των ανθρώπων.
Κρύο, πυρετός, οστά και φτώχεια
Δίνουν το δρόμο στο χορό της ακινησίας
που απλώνεται μ’ απειλές, κατάρες και κόλυβα
Σε όσα στόμωσαν την καρδιά σου και δεν ανακαλύπτει, δεν ανακαλύπτει πια…
Πια δεν χωράει μήτε τον Ήλιο, μήτε το άπειρο, μήτε τον ωκεανό…
Μονάχα λιγάκι τη βροχή και τα παράθυρα.

20 – 6 – 2014

Ο Πόλεμος και το Πάθος της Γαλήνης: από την οντολογία του Martin Heidegger.

Στο «Βήμα» της Κυριακής 25 Ιουλίου 2010, στη σελίδα Α14, δημοσιεύεται ένα κείμενο του καθηγητή Φιλοσοφίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, κ. Γεράσιμου Βώκου, που φέρει τον τίτλο «Η επέλαση του Λεβιάθαν». Αναφερόμενος φυσικά στον Hobbes, γράφει ανάμεσα σε άλλα και τα εξής: «Είναι προφανές ότι ο βίαιος θάνατος κυριαρχεί απολύτως στη φυσική κατάσταση – στην κατάσταση δηλαδή που ζουν οι άνθρωποι πριν από τη θεμελίωση του κράτους – όπου εμφανίζεται φορώντας το προσωπείο του άλλου, καθώς ο καθένας βλέπει στον άλλο τον κίνδυνο που απειλεί άμεσα τη ζωή του. Ως κυρίαρχος στη φυσική κατάσταση, ο θάνατος όχι μόνο οργανώνει το τοπίο, μοιράζοντας τα φώτα και τις σκιές μέσα στις οποίες κινούνται οι άνθρωποι, αλλά κυκλοφορεί συνεχώς μεταξύ τους, υπαρκτός και, κυρίως ορατός: όποιος με πλησιάζει μπορεί να είναι για μένα ο θάνατος, σκέφτεται καθένας, κι όλοι φοβούνται ο ένας τον άλλο».

Δεν θα αναφερθούμε στις ιδέες του Hobbes περί Λεβιάθαν, ούτε και σ’ εκείνες που υιοθέτησε ο Rousseau περί Κοινωνικού Συμβολαίου, αλλά θα ξεκινήσουμε την ανάλυσή μας παραθέτοντας απλώς ένα ποίημα του Paul Celan από το Die Niemandsrose:

Μαύρηγη (Schwarzerde), μαύρη
γη εσύ, των ωρών
μήτρα
απελπισία:

κάτι που γεννήθηκε
απ’ το χέρι σου
και την πληγή του
κλείνει τους κάλυκές σου.

(Μετάφραση: Χρήστος Γ. Λάζος)

Και θα συνεχίσουμε –πιο ομαλά- πάνω σ’ αυτή την απελπισμένη «μαύρη γη» την «μήτρα των ωρών», με την περίφημη διαπίστωση του Ηράκλειτου: «Πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστι, πάντων δε βασιλεύς, και τους μεν θεούς έδειξε τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε τους δε ελεύθερους. – Ειδέναι δε χρη τον πόλεμον εόντα ξυνόν, και δίκη έριν, και γινόμενα πάντα κατ’ έριν και χρεών». [Πρέπει να ξέρουμε ότι ο πόλεμος είναι κοινός και η διχόνοια δικαιοσύνη κι ότι τα πάντα γίνονται με τη διχόνοια κι από ανάγκη]. (απ. 80).
Ο Κώστας Αξελός στο έργο του «Ο Ηράκλειτος και η Φιλοσοφία», σχολιάζοντας τα παραπάνω λέει (σελ. 61): «Ο πόλεμος και η διχόνοια επιβάλλονται στο συμπαντικό και στο κοινό επίπεδο. Αυτά [τα δύο] θεμελιώνουν και ξεπερνούν κάθε «φυσική», «κοινωνική» και «ανθρώπινη» εκδήλωση του ανταγωνισμού. Η διχόνοια κάνει αντίθετα τα αντίθετα και είναι δίκαιη. [Φέρνει τα αντίθετα σε σύγκρουση, οντώνει το Είναι τους – θα μπορούσαμε να πούμε, παρόλο που ο Ηράκλειτος είναι κυρίως στοχαστής του Γίγνεσθαι.] Αυτή η αναγκαιότητα δεν είναι εκείνη της ακινησίας αλλά του γίγνεσθαι [ό, τι αναφέραμε ακροθιγώς προηγούμενα]. Η αναγκαιότητα δεν είναι σε καμιά περίπτωση μονότονη, είναι ασύμφωνη, και η ασυμφωνία είναι αναγκαία και μάλιστα αρμονική. Το νερό του ποταμού, η φωτιά της φλόγας, ο πόλεμος της πόλης είναι συγκεκριμενοποιήσεις, δηλαδή αφετηρίες και απολήξεις της διαλεκτικής σκέψης. [ή της δυαδικής «αντίθεσης» που διέπει ως σχήμα, το αναλυτικό σύστημα του δομισμού.] Η ηρακλείτεια θεώρηση, συλλαμβάνοντας την αδέκαστη και διαρκή ροή και τη διάρκεια που ενυπάρχει στην ανεπίστρεπτη ροή, τη διχόνοια και τη σύγκρουση, δεν είναι ούτε αισιόδοξη ούτε απαισιόδοξη, αλλά τραγική. Μες απ’ όλες τις αλλαγές, ο κόσμος παραμένει Κόσμος, η δικαιοσύνη είναι Δικαιοσύνη, δηλαδή δεσμός αναγκαίος με την ύπαρξη και τη σκέψη καθενός που υπάρχει. Ο ρυθμός ενώνει και αντιθέτει τα αντίθετα ως ρυθμός […] Ο Ηράκλειτος έχει τη σοφία να συμμαχεί με τη διχόνοια».
Και στη σελίδα 57, γράφει ο Αξελός: «Δεν υπάρχει αυτόνομο βασίλειο της Λογικής και η Πραγματικότητα δεν είναι ένας από τους χώρους της ολότητας». Αυτή την κατάθεση πρέπει να την προσέξουμε ιδιαίτερα, είτε την εκλάβουμε ως «αφορισμό» είτε όχι. Θα μας βοηθήσει να προσεγγίσουμε την ποιητική πρακτική του Celan και των άλλων (δύσβατων;) ποιητών της εποχής μας, καθόσον η Πραγματικότητα όπως και η μοίρα, δεν φαίνονται να είναι καθορισμένες και συνεπώς καθοριστικές. Όσο για το αυτόνομο βασίλειο της Λογικής, αυτό παραβιάζεται από τους ποικίλους πυρήνες της υπερδομής της γλώσσας. Ας τα έχουμε αυτά υπόψη μας.

Ο φαινομενολόγος – φιλόσοφος Emmanuel Levinas, στο έργο του Ολότητα και Άπειρο, σημειώνει: «Η διαύγεια – διάνοιξη του πνεύματος στο αληθές- δε συνίσταται τάχα στο να διαβλέψουμε τη διαρκή δυνατότητα του πολέμου; […] Δεν έχουμε ανάγκη τα σκοτεινά αποσπάσματα του Ηράκλειτου για να αποκαλύψουμε ότι το Είναι αποκαλύπτεται στη φιλοσοφική σκέψη ως πόλεμος. […] Μέσα στον πόλεμο η πραγματικότητα κουρελιάζει τις λέξεις και τις εικόνες που την αποκρύπτουν για να επιβληθεί με τη γύμνια και τη σκληρότητά της.[…] [Ο] κάθε πόλεμος χρησιμοποιεί ήδη όπλα που στρέφονται ενάντια στον κάτοχό τους. Εγκαθιδρύει μια τάξη απέναντι στην οποία κανείς δεν μπορεί να κρατήσει κάποια απόσταση.[…] Η μοναδικότητα κάθε παρόντος πράγματος θυσιάζεται ακατάπαυστα σε ένα μέλλον που καλείται […] να αναδείξει το αντικειμενικό του νόημα. Γιατί μόνο το ύστατο νόημα βαρύνει, μόνο η τελευταία πράξη μεταβάλλει τα όντα σε αυτό που είναι.[…] Άραγε η αντικειμενικότητα της οποίας ο πόλεμος μας αποκαλύπτει τη σκληρότητα και την οικουμενική δύναμη, χορηγεί τη μοναδική και καταγωγική μορφή υπό την οποία το Είναι επιβάλλεται στη συνείδηση, όταν αντιδιαστέλλεται από την εικόνα, το όνειρο, την υποκειμενική αφαίρεση; (σελ. 9 -13)». Και στο τελευταίο ερώτημα ο Levinas απαντάει αρνητικά. Η εικόνα, το όνειρο, η υποκειμενική «δόξα» επιβάλλονται εξίσου ως καταγωγικές μορφές του Είναι στη συνειδητότητα. Δεν μας χρειάζεται κάποια εσχατολογική αφαίρεση ούτε κι ένα επικείμενο ‘τέλος της Ιστορίας’ για να μιλήσουμε για το Πάθος της Γαλήνης. Εκδιπλώνει εξίσου τα όντα στο φως του συνειδέναι ως αντίσταση της παθητικότητας ενάντια στην αναγκαιότητα του πολέμου. Οφείλουμε ίσως να αντικαταστήσουμε την «βιαιοπραγούσα αυτοκατάφαση» με το πάθος της γαλήνης (Gelassenheit). Γλώσσα, πόλεμος, σώμα, πολιτική εμπλέκονται αμειγώς στην ανάδειξη του Είναι τον όντων. Όταν μιλάμε για «τραύματα», για «πόνο», για «χωρισμό», για «αποξένωση», μιλάμε για ευρέσεις όπου ρίχνεται το ώδε-Είναι και συνεπώς για ευρέσεις όπου αυτό το ίδιο δείχνεται – καταδεικνύεται ως αυτό καθ’ εαυτώ. Ο πόλεμος τραυματίζει, εγείρει την παθητικότητα, η γλώσσα επίσης τραυματίζει – αλλά προάγει το ενεργητικό στοιχείο. Όπως το έχει θέσει ο Άγγλος ποιητής William Blake, «το κακό είναι το δραστικό, το ακμαίο […] που πηγάζει από την ενέργεια – [ενώ] το καλό είναι το παθητικό [που ριζώνει] στην υπακοή». Άραγε στην εποχή του Είναι, ακμάζει τελικά ο Πόλεμος;

* * *

Στο βιβλίο του O Heidegger και το Πρόβλημα της Οντολογίας, ο Γιώργος Ξηροπαΐδης, σημειώνει (σελ. 129 -130): «Αρχικά το λέγειν του Λόγου “δεν είχε κανέναν άμεσο δεσμό με τη γλώσσα” [όπως το θέτει ο Heidegger στην Εισαγωγή στη Μεταφυσική]. Έτσι, στον Ηράκλειτο το λέγειν σήμαινε «θέτω το ένα πράγμα κοντά στο άλλο, τα ενώνω, με ένα λόγο, τα συλλέγω». […] ο Λόγος ως συλλέγειν διαφυλάσσει τα όντα μέσα στην πρωταρχική κάλυψη του Είναι. Όπως η αστραπή περισυλλέγει όλα τα όντα γύρω από το φως του Είναι […], έτσι και ο Λόγος περισυλλέγει το σύνολο των όντων σε μια περιεκτική ενότητα. Χάρη στην περισυλλέγουσα συνεκτική του δύναμη ο Λόγος καταφέρνει να ενοποιήσει αντίθετα όπως τη ζωή και το θάνατο [κι εδώ βρισκόμαστε ίσως μπροστά σ’ έναν ορισμό του Λόγου]. […] Ο τρόπος με τον οποίο ο Λόγος περισυλλέγει είναι ο Πόλεμος. Ο Λόγος ως «πόλεμος» είναι ο «πατήρ των όντων», είναι το ίδιο το Είναι που αφήνει τα όντα να φανερωθούν στη διαφορά τους, ενώ συγχρόνως τα διαφυλάσσει συγκρατώντας τα μέσα στην περισυλλέγουσα ενότητα. […]. Η γλώσσα είναι ο τόπος περισυλλογής των όντων μέσα στην αρχέγονη «αρμογή» του Είναι, είναι η πρωταρχική ποίηση [Urdichtung], εντός της οποίας «το Είναι γίνεται λέξη» (Εισαγωγή στη Μεταφυσική)».

Στην αρχή του βιβλίου του, ο ίδιος συγγραφέας, μιλά για τα διάφορα στάδια από τα οποία πέρασε σχηματιζόμενη η σκέψη του Heidegger, επισημαίνοντας ότι «η θυμική διάθεση που διαπερνά και χαρακτηρίζει την εκάστοτε φάση είναι τόσο διαφορετική, ώστε η ευχαριστία [Dank] να μπορεί να πάρει τη θέση της ενοχής [Schuld] και η γαλήνη [Gelassenheit] αυτήν της αγωνίας [Angst] χωρίς ωστόσο να αλλοιώνεται σημαντικά ο πυρήνας της σκέψης που εκφράζεται με τόσο διαμετρικά αντίθετους τρόπους (σελ. 14)». Και συνεχίζει επανερχόμενος στις αντιθέσεις: «Και πραγματικά: στο όψιμο έργο του Heidegger «αντιστρέφεται το όλον». Ενώ πριν το Είναι ήταν εξαρτημένο από το ώδε-Είναι, τώρα είναι το ώδε-Είναι εξαρτημένο από το Είναι και περιλαμβάνεται στη γλώσσα, η οποία νοείται ως «ο οίκος του Είναι». Ενώ πριν η αποφασιστικότητα δήλωνε την αυθεντική θεμελιακή στάση του ώδε-Είναι, τώρα [αυτή] δηλώνεται από τη γαλήνη (σελ. 112)».

Μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα αυτή «η περισυλλογή των όντων μέσα στην αρχέγονη “αρμογή” του Είναι», καθώς αυτό διασφαλίζεται από τη λειτουργία της πρωταρχικής ποίησης, που λεκτικοποιεί το Είναι, μετατρέποντας την ενοχή, και το ενέχεσθαι το ίδιο, σε γαλήνη. Έχουμε τώρα να κάνουμε με έναν Πόλεμο που σαν διάσταση του Είναι χαρακτηρίζεται ακριβώς από το Πάθος της Γαλήνης και την τελική αρμογή με τον Κόσμο. Αν στοχαστούμε λιγάκι, θα διαπιστώσουμε ότι ο άνθρωπος είναι, αποτελεί, συνιστά ένα κοσμικό συμβάν. Ανήκει στον Κόσμο. Είναι στον Κόσμο. Μπορεί να μη διατηρεί ή να συντηρεί πάντοτε την ιδέα της «Αυγουστίνειας τελειότητας» και εκείνη της συναρμογής με τους Άλλους, μπορεί να τον πολεμά, να τον κατατρώει η αγωνία, εκδιώκοντάς τον από την ουσιαστική συναλληλία, αλλά αυτή η βίωση της ισαρχέγονης χρονικότητας που επιτυγχάνεται θέτοντας σε παρένθεση τον οχληρό θόρυβο της ζωής, δεν τον απομονώνει αλλά του προσφέρει μια όψη της διανοικτότητας προς την ιδιοποίηση του Κόσμου ως πρωταρχικής, πρωτογενούς αιτίας του «τέλους» του – με την Αριστοτελική έννοια – αυτή του σκοπού. Ισαπέχει από τον Κόσμο και τους πολλούς (Man), και αναζητά με πάθος τη γαλήνη που αναδύεται από τη γλώσσα – γέννημα κι αυτή τόσο του «τέλους» όσο και των πολλών – της κοινότητας. Ο «τόπος περισυλλογής των όντων» δεν μπορεί, συνεπώς, παρά να είναι κοινοτικός. Το κοσμικό αυτό συμβάν, ο άνθρωπος δηλαδή, βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση ενός ξέφωτου που θα τον εναποθέσει σε μια θέση διαύγειας και καθαρότητας, αντιδιαμετρική με εκείνες του άγχους και της αγωνίας. Τις σπάνιες στιγμές που βιώνει την αρχέγονη χρονικότητά του, καθώς και εκείνες τις δύσκολες στιγμές όπου βιώνει την ιστορικότητά του, επαναλαμβάνει μία εν-τω-Κόσμω γένεση – τόσο μέσω της γλώσσας όσο και μέσω της όδευσης προς αυτήν, αφήνοντας ελεύθερη την ακίνητη αστραπή της παρουσίας του: ώστε τελικά «να τον πάρει ο Κόσμος», να τον δεχτεί αυτοκαταφασκόμενο ως το ξέχωρο κοσμικό συμβάν που ο ίδιος συνιστά απλώς με το να είναι, να αναπνέει, να βηματίζει δειλά και να καλεί. Έτσι, εκκοσμικευμένο πια το Dasein, δεν έχει παρά να παρα-δοθεί στην διανοικτότητά του: στο κύμα της ήπιας υπαρκτικότητας που το κρατά.