Μια πολύ σύντομη προσέγγιση στη φύση και την ουσία της γλώσσας στην ποιητική λειτουργία

«Η ουσίωση της γλώσσας δεν μπορεί να είναι κάτι το γλωσσικό […] Αυτό συμβαίνει και με την έκφραση «[η γλώσσα είναι ο] οίκος του Είναι». Όπου πλέον δεν γίνεται λόγος για «γλώσσα», αλλά για «οίκο» και για «Είναι». (Martin Heidegger, Από μια συνομιλία για τη γλώσσα, σελ. 181). Στην επόμενη σελίδα, λέει επίσης: «Η ουσίωση εννοείται ως εμπειρία». Μια δόνηση του Είναι, ένα βίωμα, μια κατανόηση – είναι αυτό που πρέπει να μας απασχολεί, αυτό όπου πρέπει να επικεντρώνουμε όταν ασχολούμαστε με προβλήματα που περιστρέφονται γύρω από τη φύση και τον προορισμό της γλώσσας. Και αν μιλούσαμε μονάχα για έναν ευτελή, έναν πολιτικό έστω προορισμό, ίσως μέσα από τις ιδέες της ενημέρωσης, της κοινής γνώμης και του πράττειν, να είχαμε συναντήσει μια αφετηρία κι έναν σκοπό ταυτόχρονα. Όμως όταν έχουμε να κάνουμε με την ποίηση, οφείλουμε ακριβώς να την αναγνώσουμε, να προσλάβουμε αυτήν την απεύθυνση του Άλλου. Χωρίς να χαθούμε σε μια συναλληλία της αερολογίας και της περιέργειας – όπου διαβάζουμε για να διαβάσουμε και μόνο – οφείλουμε να διεισδύουμε στην περιοχή εκείνη όπου κυριαρχεί το «σύνολο του μες-τον-κόσμον-Είναι». (Είναι και Χρόνος, σελ. 255). Και ποιά είναι αυτή η περιοχή; Δεν μπορεί να είναι άλλη από την εμπειρία της μετοχής μέσα στο Είναι, της εμπειρίας του να βρίσκεται κανείς μέσα στον Κόσμο. Σ’ αυτήν ακριβώς την εμπειρία οντώνεται η ουσίωση. Και με τον όρο «όντωση» εννοούμε αυτό που εξυφαίνεται ως πραγματικό διαφυλάσσοντας τα όρια αυτής της μετοχής του υποκειμένου μέσα στο Είναι. Και τελικά, είναι ό, τι μπορεί να διαυγασθεί ως βίωμα, ως αίσθηση και ως ουσία, αντιμαχόμενο ακριβώς είτε την καθημερινή ρητορική της ταυτότητας είτε τις μη εγγράψιμες ψηφίδες του Κόσμου που αδιάκοπα αγαπούν να μας «ξεγλυστρούν», να διαφεύγουν από τα μάτια ή τα χέρια μας. Ένα ποίημα δρα όπως μια μικρή πέτρα στην επιφάνεια ακίνητου νερού: είτε θα «ακουστεί» είτε θα εμφανιστεί ως κύμα. Και τέλος, θα περάσει ίσως απαρατήρητο στη χώρα των συμπαντικά αδιάφορων γεγονότων. Γιατί το μόνο συμβάν που ουσιώνει ένα ποίημα, είναι η ειλικρίνειά του, η αλήθεια του ή ο μύθος που εύχεται να κυοφορήσει.

Έργα τέχνης & Σία

Υπάρχουν άραγε έργα τέχνης που να μας συγκινούν χωρίς να τους αποδίδουμε κάποιο συναίσθημα;
Σίγουρα. Είναι αυτά που μας διεγείρουν ορθολογικά: αυτά που ικανοποιούν το πνεύμα στρέφοντάς το στις καθαρές και κυκλοτερείς γραμμές του κοινού και ορθού λόγου. Παρόλο που δεν υπάρχει όμως ψυχρή λογική, ο ενάλιος υποκειμενισμός μας που φαινομενικά κατατρύχεται από την πραγματικότητα ώστε τελικά να προσπέσει σ’ αυτήν ως μετεστραμμένος παράνομος, φαίνεται να ικανοποιείται πλήρως από έναν πίνακα του Mondrian ή του Klee. Υγεία, υγεία! Τίποτε άλλο από υγεία στη σκέψη και στην πράξη. Δεν υπάρχει έργο σύγχρονο που να μπορεί να γίνει αποδεκτό περνώντας μονάχα από τις αυλακές του συναισθήματος. Στην εποχή μας, δεν υπάρχουν φυλακές για την ψυχή και ο μόνος τρόπος που διαθέτει ο καλλιτέχνης ώστε να καταφέρει να υποτάξει τη φαντασία του και το πάθος του στο νόημα της Τέχνης, είναι αυτή η δύσκολη πορεία που υγειώς συλλαμβάνει μερικούς μεσημβρινούς ισορροπίας ανάμεσα στο συναίσθημα και τον ορθολογισμό: εκεί είναι που οικοδομείται έτσι κι αλλιώς η χαρά στις μέρες μας, πέρα από την καθαρή επιστήμη, πέρα από την αποκλίνουσα μαγεία και πέρα από τα μοναχικά άγκιστρα της αμειγούς φιλοσοφικής σκέψης και του στοχασμού: όλα επιστρατεύονται προς αναζήτηση της πραγματικότητας, κι όλοι μαζί και χωριστά ο καθένας – αν κάτι τέτοιο είναι ποτέ εφικτό – γινόμαστε συνθέτες ακριβώς της περιώνυμης αυτής πραγματικότητας. Γιατί αυτή είναι σε τελευταία ανάλυση που όχι μόνο μας αγκαλιάζει αλλά και μας χαρακτηρίζει ως ιστορικά υποκείμενα μέσα στο συμφυρμό και τους αλώβητους βρυχηθμούς του στοιχειωμένου καθημερινού ύφους μιας ζωής αναμενόμενης και ταυτόχρονα λειτουργικά αναπάντεχης.