Αρίθμηση και Ομιλία

Αρίθμηση και Ομιλία: Εγγενή χαρακτηριστικά του ανθρώπου; (Κάποιες σκόρπιες αφορμές για περαιτέρω σκέψεις)

“ἔτι δ’ ἐπεὶ διαφέρει ἡ ποίησις εἴδει καὶ ἡ πρᾶξις, καὶ δέονται ἀμφότεραι ὀργάνων, ἀνάγκη καὶ ταῦτα τὴν αὐτὴν ἔχειν διαφοράν. ὁ δὲ βίος πρᾶξις, οὐ ποίησις, ἐστιν”

Αριστοτέλους Πολιτικά, 1254a

“Ο στόχος της επιστημονικής εργασίας είναι η αλήθεια. Όταν εσωτερικά αναγνωρίζουμε κάτι σαν σωστό, κρίνουμε, και όταν βγάζουμε κρίσεις, ισχυριζόμαστε”.
Frege, 1879

“σκόπει δή, ἦ δ᾿ ὅς, εἰ ταῦτα οὕτως ἔχει. φαμέν πού τι εἶναι ἴσον, οὐ ξύλον λέγω ξύλῳ οὐδὲ λίθον λίθῳ οὐδ᾿ ἄλλο τῶν τοιούτων οὐδέν, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα πάντα ἕτερόν τι, αὐτὸ τὸ ἴσον: φῶμέν τι εἶναι ἢ μηδέν;”
Πλάτωνος Φαίδων, 74a

Θα ξεκινήσουμε αυτό το μικρό δοκίμιο, παραθέτοντας κάποιους στοχασμούς:
Η ανθρωπότητα είναι στο Είναι.
Το Είναι είναι “πλήρως εξατομικευμένο”.
Αυτό το παρερμηνεύουμε εσφαλμένα ως “αίσθημα μοναξιάς”.
Όλοι είναι σαν κι εμάς: “ξένοι μέσα στον εαυτό τους”. (Μια φράση από το σχετικό βιβλίο της Julia Kristeva). Είμαστε δηλαδή όλοι μας κατά κάποιο τρόπο μετανάστες.
Όλοι ζούμε με τα ίδια ερωτήματα: “ποιός είμαι, πού πάω και γιατί; ποιά είναι η σχέση μου με τον κόσμο;” Ή ακόμη περισσότερο: “Τι σχέση έχω εγώ με τον Κόσμο; ποιός είναι ο πραγματικός μου εαυτός;”
Όλοι έχουμε αρχή και τέλος ως εγκόσμιες, σωματικές παρουσίες, και ανήκουμε αποκλειστικά στην ιστορικότητά μας.
Όλοι μας ζούμε μέσα στην Ιστορία, ελπίζοντας και γνωρίζοντας, με νου και φαντασία.
Όλοι μας συμμετέχουμε στη δημιουργική πορεία της ανθρωπότητας. Ο Καθένας με τον τρόπο του.

Εφόσον συμφωνήσουμε κι εμείς τώρα πρώτιστα με τον Σωκράτη στον Φαίδωνα, ότι υπάρχει δηλαδή πάντα κάτι που να προσδιορίζει την ιδέα λ.χ. της ισότητας, μία ιδέα συνεπώς και όχι το τίποτε (το μηδέν), μπορούμε βαθμιαία να εισαγάγουμε τους εαυτούς μας, τη στοχαστική μας φύση, στο βασίλειο των ιδεών, όπου όλα συνδέονται μεταξύ τους, όπου όλα είναι όντως όντα, και οι “ασύνδετες ατομικότητες” – ο φυσικός εαυτός του καθενός- που στοιχειοθετούν την σύγχρονη κοινωνία μας παύουν να υποφέρουν μια τέτοιου τύπου μοίρα θλιβερή, μια μοίρα δηλαδή που επιμένει να εκφέρει έναν ρεαλιστικό ατομικισμό ως κορωνίδα της αντικειμενικής πραγματικότητας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αδέρφια – όπως το θέτει ο Μαχάτμα Γκάντι, και ότι είμαστε “ριγμένοι σ’ αυτόν τον κόσμο” μόνο και μόνο για το καλύτερο: η συναδέλφωση είναι αυτό που μας προτάσσεται ως νοηματοδοτικός άξονας της ζωής: όλοι μας συμμέτοχοι στο δημιουργικό ταξίδι της ανθρωπότητας. Πώς θα επιβιώσουμε άραγε σαν είδος όταν κυριαρχεί το μονομερές ατομικό συμφέρον που εκπορεύεται πολλές φορές από τον πλούτο – όταν αυτός, ο πλούτος, γίνεται αυτοσκοπός και όχι μονάχα μέσο για την επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού καλού για τους περισσότερους; Για πόσο καιρό ακόμη θα συμβιβαζόμαστε ηθικά, κωφεύοντας απέναντι σε έννοιες όπως η αλληλεγγύη, η αυτοοργάνωση, η δημιουργική πρωτοβουλία και η αντικειμενικότητα;
Φυσικά, όπως το θέτει ο Σπινόζα στην Πολιτεία του, ό, τι είναι βλαβερό για το σύνολο οφείλουμε να το εξοβελίζουμε. Γράφει: “[…] το δίκαιο του κράτους δεν μπορεί να επεκταθεί σε ό, τι εξοργίζει τους πολλούς”. (Σπινόζα, Η Πολιτεία, κεφ. 3, § 9). Και προσθέτει (ό. π., κεφ. 6, § 3): “Αν η φύση του ανθρώπου ήτανε οι άνθρωποι να επιζητούν εκείνο που τους ωφελεί περισσότερο, δεν θα υπήρχε καμμία δυσκολία να διατηρηθεί η ομόνοια”. Κάτι τέτοιο όμως δεν φαίνεται να συμβαίνει. Γιατί άραγε; Ποιό είναι αυτό που ωφελεί περισσότερο τους ανθρώπους; Κατά τη γνώμη μας, πρόκειται κυρίως για μία από κοινού σύμβαση προς το αγαθό, προς την κοινωνική ευταξία αφενός και την εσωτερική πειθαρχία αφετέρου, την αρετή. Όταν όμως η πτώση μέσα στα πάθη γίνεται “το φάρμακο της ζωής” (βλ. Γιώργος Ι. Τσιαντής, Η Μεταφυσική των Ναρκωτικών), διαφαίνεται καθαρά ότι η αποκαλούμενη “ανθρώπινη φύση” έχει ροπές τόσο προς το καλό όσο και προς το αντίθετό του. Η “ομόνοια” είναι κάτι δύσκολο να επιτευχθεί.

Και τι γίνεται με το χρήμα αφενός και με το αγαθό της εργασίας αφετέρου; Το κεντρικό αγαθό μιας πολιτείας δεν μπορεί να είναι άλλο από την εργασία. Αυτή η δραστηριότητα συγκροτεί και το όφελος που προκύπτει για το σύνολο της κοινωνίας: όταν δηλαδή ασκεί κανείς ελεύθερα τα ενδιαφέροντά του έτσι ώστε να είναι εύλογη η όποια κοινωνική ανταπόκριση που ερείζεται επάνω στις λογής κοινωνικές αξιώσεις. Και μάλιστα, όταν δρα κανείς ελεύθερα, χωρίς ηθικούς συμβιβασμούς: γιατί ο ηθικός συμβιβασμός, το να παραχωρεί κανείς και τέλος να χάνει το ηθικό του κεφάλαιο, είναι η μέγιστη των καταστροφών για το άτομο. Και η χαρά του να εργάζεται κανείς ακατάπαυστα και να κοινοποιεί, να ανταλλάσσει μόχθο με μόχθο, κάποια μορφή ηθικού κεφαλαίου – ή συμβολικού ακόμη – με κάποια άλλη, βρίσκεται στην κορυφή των ηθικών απολαβών.
Μιλήσαμε ήδη λίγο για ιδέες, όμως δεν έχουμε αγγίξει παρά ακροθιγώς το θέμα μας. Ο άνθρωπος αριθμεί. Εγγενώς αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα των αριθμών, κάπως ανάλογα μ’ εκείνη του βασιλείου των ιδεών. Από την ιδέα της ισότητας απέναντι στην εργασία, από την ιδέα της ισότητας, στην πραγματικότητα των ιδεών κι από την διεργασία της αρίθμησης, στην πραγματικότητα του χρήματος ή την ψευδαίσθησή του (όπως το έθετε ο Keynes) , ερχόμαστε στη βάση της υπαρκτικής αναλυτικής της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας.
Η αρίθμηση και η ομιλία είναι οι δύο κύριοι όροι – προϋποθέσεις για την ύπαρξή μας εντός του Κόσμου. Η μέτρηση, όπως άλλωστε και η βούληση είναι οι δύο κύριες διεργασίες που αγκαλιάζουν αυτά τα δύο εγγενή χαρακτηριστικά του ανθρώπου, την αρίθμηση και την ομιλία, και που τα θεσμοποιούν. Το χρήμα λοιπόν δεν μπορεί να είναι παρά μια οντολογική μορφή της αρίθμησης. Η μέτρηση είναι αρίθμηση. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται απαραίτητα και για σύγκριση. Ο ορισμός της μέτρησης ενός φυσικού μεγέθους μιλά για τη σύγκρισή του με ένα τμήμα του που λαμβάνουμε αυθαίρετα σαν μονάδα. Γνωρίζουμε ότι οι περισσότερο ακριβείς μετρήσεις είναι μετρήσεις μήκους. Όμως, όπως και να το δει κανείς, η ισότητα και η ελευθερία δεν είναι βεβαίως κατ΄ απολυτότητα φυσικά μεγέθη. Πρόκειται -εν μέρει – για έννοιες κοινωνικές. Άλλο η έννοια της ισότητας στα μαθηματικά, και άλλο στην κοινωνιολογία. Η αρίθμηση όμως ως εγγενές χαρακτηριστικό του ανθρώπου, είναι ελευθερία. Γιατί η αρίθμηση είναι αφαίρεση: εκκινεί το αφαιρετικό σχήμα της σκέψης, την αφαιρετική της λειτουργία. Και η ελευθερία είναι οργάνωση: υπάρχει, μπορεί να αναπτυχθεί οργανωμένα μέσα στη δέσμευση και τη φαντασία. Η ελευθερία δεν πρόκειται για ένα “φάντασμα”, όπως το θέτει ο Παναγιώτης Κονδύλης στο βιβλίο του Ισχύς και Απόφαση. Το αναρίθμητο είναι το “φάντασμα της ελευθερίας”. Οφείλουμε να καταλήξουμε, να δεσμευτούμε. Και η δέσμευση μέσα στην οποία ο καθένας από εμάς κινείται και προσδιορίζεται, συνιστά ακριβώς και την ελευθερία μας. Και η οργανωμένη κοινωνία εγκαθιδρύεται πάνω σε δύο εγγενή ανθρώπινα χαρακτηριστικά: στην ομιλία, που συνιστά πάντοτε μία απεύθυνση, και την αρίθμηση που συνιστά έναν προσδιορίσιμο μικρόκοσμο μέσα σε ένα δικαιακό πλαίσιο ανταλλαγών. Το πλήθος μπορεί να αριθμηθεί, ο όχλος όχι. Η βούληση – που αναφέραμε πιο πριν-, μαζί με τη φαντασία και τη νοερή σύλληψη του κοινωνικού, είναι που παράγει και κυοφορεί “σενάρια δράσης”, κυοφορεί το πρακτέον. Ομιλιακά σενάρια, σενάρια δράσης και μέτρησης: μετρώ τον χρόνο και ομιλώ. Σέβομαι. Δρω και αναλογίζομαι τις απολαβές μου. Μετρώ. Η ζωή μας είναι μια συνεχής, εγγενής καταμέτρηση των ημερών μας πάνω στη γη, και η κάθε ημέρα είναι μια αναφορά μετρήσεων στον ζυγό των καλών και των απευκταίων ροπών μας: μετρήσεις στον τελικό ζυγό του εσωτερικού μας ήθους. Και κάτι ακόμα μονάχα: «γράφω» σημαίνει ουσιαστικά «απευθύνομαι». Κι αυτές οι σύνολες «μοναχικές απευθύνσεις» είναι που κινούν τον Κόσμο μας και την αληθινή «πένα της κάθε ψυχής». Μόνο και μόνο επειδή υπάρχουμε όλοι μας σ’ ένα απίστευτο συγχρονικό θαύμα. Μαζί.