Απλά εκθαμβωτική προσωπικότητα- παράδειγμα ζωής…

Αποσπώ αυτό, και το παρουσιάζω κι εγώ μετά από κεραυνοβολημένο τηλεφώνημα μιας φίλης που ήλπιζε ότι τον γνώριζα προσωπικά: http://www.toperiodiko.gr/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82/

Δικαίωμα στην αυτοδιάθεση

gustav-klimt-mother-and-child-20956Ο καθένας μας, οφείλει να σέβεται, ιδιαίτερα μέσα σε μια στενή σχέση, είτε οικογενειακή, είτε ερωτική, είτε φιλική, τα δικαιώματα του άλλου στην αυτοδιάθεση, στον έρωτα και την ελευθερία: όπως το θέτει ο Δημήτρης Λάσκαρις:

«Οι άνθρωποι δεν μας ανήκουν- μας αφιερώνουν ένα μέρος του χρόνου τους, και τους οφείλουμε ευγνωμοσύνη γι’ αυτό. Είναι μια ευτυχής συγκυρία δύο άνθρωποι να συμπλέουν για ένα διάστημα. Αν ένας από τους δύο αποφασίσει ν’ αλλάξει ρότα, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να τον ακολουθήσουμε. [Αντίθετα] οφείλουμε να τον ενθαρρύνουμε. Αν η νέα πλεύση δεν μας πηγαίνει, οφείλουμε να συνεχίσουμε τη δική μας. Τον ευχαριστούμε για το ταξίδι. [Η ζωή] είναι ταξίδι μοναχικό».

Παρόλο που εγώ θεωρώ ότι η ζωή είναι ένα πνευματικά νομαδικό ταξίδι μιας ευρύτερης κοινοτικά τοποθετημένης ομάδας, δεν έχω τελικά παρά να συμφωνήσω με όσα αναφέρει ο αδερφός μου ειδικά πάνω στο κομμάτι των ιδιαίτερα στενών σχέσεων… Σας το αφήνω να το σκεφτείτε.

2016: Τετρακόσια χρόνια από το θάνατο του Σαίξπηρ!

shakespeare-book

«Την αγάπη σου και μίαν καλύβην»

Μπορεί κάποιος από τους συγχρόνους μας να το ξεπεράσει αυτό; να ζήσει δηλαδή μέσα από το έργο του 400 χρόνια αφότου αποβιώσει; Δεν νομίζω. Ίσως μονάχα ο Λέννον, ο Γκάντι κι από τους δικούς μας ο Σολωμός, ο Παπαδιαμάντης και ο Σεφέρης. Ίσως κι ο Μόραλης, ο ζωγράφος. Γι’ αυτό, αγαπητοί μου, είναι καλό ν’ απολαμβάνουμε τη στιγμή, να βυθιζόμαστε αργά μέσα στο τώρα. Ουσιαστικά είναι το μόνο που έχουμε.. Ιδού λοιπόν: ο Σαίξπηρ δίδει τον τόνο. Τον τόνο για κάθε μας προτεραιότητα. Προσοχή λοιπόν στις ευχές, και τις επιδιώξεις μας. Ας πάνε κατά μέρος οι όποιες φιλοδοξίες!

Τα προσφυγικά

Μπάμπης Λάσκαρις – Τα προσφυγικά

Words,
fixed stars,
[…]
Govern a life.

Sylvia Plath

Οι λέξεις είναι η μοίρα μας. Προέρχονται από Άλλους, καθώς η μοίρα, και τις μοιραζόμαστε με Άλλους. Κάποτε – σπάνια – και με τους Ίδιους εμάς. Οι λέξεις ορίζουν τις στροφές μας μέσα κι έξω από τη ζωή.
Καθένας μας δεν είναι παρά ένας πρόσφυγας, εκ γενετής. Το ήθος μας θα μας κρίνει τελικά, χωρίς καμιά ανταμοιβή, χωρίς καμία τιμωρία. Η καρτερικότητα, η επινοητικότητα, η διανοιγμένη ή όχι, συνειδητότητά μας και ο θάνατος.
Τα ποιήματα δεν είναι παρά τα δωμάτια που ανοίγονται, με τα παράθυρά τους. Άλλα βοηθητικά, άλλα κυρίαρχα – η πραγματικότητά μας πάνω στην όποια μας διαδρομή μέσα στον Κόσμο.

Η σπείρα

Ι

Ήμερες προσδοκίες στο λιμάνι σου – τον λέγανε Λιμένα της Χίου- δεν είδα καθαρά μέσα μου την όσμωση-
Τώρα, στον τόπο σου, καθώς γεννιέται ανάγκη
πρόωρο ανοίγεται δίχως αποστολές στο εγχείρημά σου
το χάραμα – θα σύρει το ρυθμό της φυσικής μας συνοικίας.
Εσύ Ινώ
με τη γεύση της ζωής
και όλα σου τα δάχτυλα
Ανέπαφη
Επαληθεύεις
πρόσφορα τα έργα αστών εμπόρων και υπηρετών.
Κι όσο ένα φιλί στις πέτρες,
όσο ένα βήμα γης,
άνθη κόκκινα κι ευχές ξεφλουδίζουν την ήβη.
Και στο φως ενός ωδείου κρυμμένου,
στιλπνές οι ώρες μετρούν.
Όσο γι’ αυτό,
με γεύση από φως και πταίσματα –υποτελείς, νωθροί και έγκλειστοι
τούτο είπαν
είναι το δικό μας σπίτι.

(Στο εργαστήριο του γλύπτη Περαντινού, γλυστράει το φως κάθετο από χρόνια. Εμείς, στον δεύτερο όροφο παίζουμε κόβοντας χαρτάκια).
Αρριανού 20, Αρριανού 20, Αρριανού 20, Ζάππα 3…

ΙΙ

Κι ήταν όλο ένα άλας της ημέρας μαύρο
από φως σκούρο, υγρό κι οψιδιανό
θυμίαμα που άγγιξε το στόμα
άλμα μικρό της ατμόσφαιρας, καθώς προέλεγαν
κι άνεμος πολύς
ό, τι μπορούσε στον ορίζοντα
βυθός και κέλυφος υγρό της πνοής μας – κι όλα όσα μου διηγήθηκε η γυναίκα σου
σ’ όλο το μήκος των πορτοκαλεώνων
στο μήκος του πνιγμού.
Κι ένα άνοιγμα στην άμμο
καταθέτει αργά
μιαν αδιάντροπη παρουσία από σίδερο και αφή (όπως μ’ εκείνο το μικρό ξεφλουδισμένο νόμισμα που ανακαλύψαμε),
καθώς ανάλαφρο χαράσσεται στη γη
το τελευταίο σου φωνήεν.

Τώρα,
Έχε το νου σου στα φώτα του δρόμου.
Έχε το νου σου στα φώτα του δρόμου.
Μικρές ματιές στον καθρέφτη. Κλεφτές ματιές.
Μπροστά.

Το ακίνητο σπίτι της γης μου

Ανοίγω σαν καθρέφτης το σπίτι μου
στον υμένα του φθινόπωρου.
Με σημαία μου την ακινησία
πίνω ντροπή αρχαϊκή από τη θάλασσα
και παύομαι αργά στην τρεμουλιαστή άπνοια της γης.
Συγκατανεύομαι κι αφήνομαι
στο απαλό μοιρολόι
μες τις τσουκνίδες και την ισχνή βλάστηση των λόφων.
Έχω περίσσευμα από καιρό, εικόνες και πρόσωπα.
Μπορώ ν’ ανασύρω είτε τις σταλαγματιές
είτε στις στιγμές μου ν’ αποχαιρετίσω τις όμορφες. –είδα τη Μεγάλη Άρκτο χθες, δεν προλάβαμε Μαρία, δεν ήθελε η Γη.
Μικρός μέσα στ’ άμφια του χρόνου.
Και με τελετή αμβλεία,
άκαιρος προσπερνώ το αύριο των ημερών
και υπόσχομαι το μάταιο φορτίο στο βυθό,
στον λιτό
Εσπερινό ύπνο του Κόσμου.

Προφταίνω ωστόσο
να τ’ ονομάσω γιασεμί
και λεηλατώ την περιήγηση
απ’ τα παρήγορα, υψωμένα της δώρα –τα στήθη της, τα στήθη της!-
τα δεσμά μιας πορσελάνης
στο βαθυγάλανο φρεάτιο της υπομονής.
Ώσπου να βγει ο ήλιος
ανάσα μου πυκνή.
Και φως μου.
Μαρία.

Πορφυρό το γόνατό σου

Ασφυχτική μου γίνεται τούτη η επαφή.
Και κάθε επαφή μου – δεν προβλέπεται δίοδος
ούτε σεισμός μεταλλαγής που να μου επιτρέπει
ως αύριο υγρό και όμορφο
την όποια κένωση των αισθημάτων.
Όλοι, ως προτομές.
Ο καθένας, αμίλητος σε μένα.
Και στα πάγια του βυθού σου
Θάλασσα, γλώσσα μου, χαρά μου
ανοίγονται τα ερέβη, τόσο ρηχά
Που ο καθένας δύναται…
Ο καθένας δύναται να τα διαπεράσει.

Οι σταγόνες, των φιλημάτων σταγόνες.
Μέτσοβο, ιδού, προορισμός των αναπήρων.
Αιχμαλωτίστηκα από το ακοίμητο τηγάνι
της Ελλάδας.
Ένα περίπτερο, ένας θάλαμος για τη φωνή.
Όλα εν λειτουργία.
Βροχή.
Αναφέρω πλαγίω τρόπω περί της καταστάσεώς μου.
Ανταποκρίνομαι στην εύγλωττη πρόσθεση.
Ουδόλως ευοίωνοι αποδείχθησαν οι κόποι των δεκαεπτά.
Ιδού, οι καλόγεροι και το Ηρώων.
Πώς να ενωθώ με τον κόσμο
στη σκέψη
και το μένος των φωνηέντων;
Γυναίκες άγγελοι
θωπείες
πώς να περάσω στη ζωή,
στο ζεύγος των ιχνηλατών μου,
πώς να καώ σπινθήρας του πεπρωμένου στη μυστική χοάνη
μιας ταφόπετρας ανοιγμένης, ιδού ο βίος,
ο θόρυβος ο μηρυκαστικός
του κλωβού της ζωής μας.
Ήταν ίσως μικρά τα φώτα
άτολμοι οι εραστές
παλίνδρομοι
ως εργάται σώματος χρυσού
-μα έγραφα για φώτα που με τυφλώσανε-
ίσως είχα λάθος
πού είσαι – τώρα, ξαναδιαβάζοντας, σ’ ανακαλύπτω λοιπόν επιτέλους κεραυνοβόλα –
σφραγίδα μεγάλη της καταγωγής και της ελπίδας;
Σωπαίνουν τα ξανθά κορίτσια, σηκώνονται από το δείπνο
κι ευλογούν τ’ άμφια των αγρών.
Η ώρα προσήλθε.
Στριμώχνονται οι ανεμώνες στη βρύση
και μες το μοιρολόι
μιας συνοικίας λησμονημένης
χαίρονται τώρα την οπτασία
τη θριαμβική, εκείνη των οδών του κόσμου.
Άπειρο.
Είναι που με γέμισες άνθη εξαίσια
που τα εναποθέτησες τυλιγμένα
σ’ άδειες καρέκλες.
Και στο θέατρο του αυλόγυρου,
είναι η πνοή μου
που σμίγει με τα απόνερα και την προσωδία των βάλτων, ακάθιστη
ως πέρσικο λουκούμι
ως υφαντό ρηχό της Πατησίων
τόσο λιτό
σαν καθημερινή εφημερίδα
που αγγέλλει ύπτια
κάθε στέγη απαλή
με τη δική σου, τυφλή
κι εύκολη φωνή στα δάχτυλα
και στο περπάτημα γυμνή
όπως ο Ιπποκράτης που είδαμε
πλάι στις φλόγες του λοιμού:
Ιδού, έρχεται πλήρης να
στεριώσει
φυσική
εντός μου του υγρού σου η παρουσία.

Ψυχή – Μοίρα – Αγάπη : τι έκανες απ’ όλα τούτα; Τι εποίησες;
Ίδιος είμαι – ίδιος κι απαράλλαχτος.

Ω Μάρα, Μάρα στο Υπερώο·
Ρόδο που έσκισε την άμμο.
Ποτάμι που έσπασε στη δύναμη
Δώδεκα ανέμων·

Όλα τινάσσονται στο σιδερένιο φως·
κι όλα εντοπίζονται πάλι, όλα γυμνά
σε καλαμιώνες.
Ό,τι μου όρισες υπηρετώ. Εδώ.
Και χωρίς νεύματα, θερμή η απουσία
Στο πέρασμα του ορίζοντα
Και στους στήμονες της γης
Αργό αρπίζεται ένα τραγούδι.
Ω Μάρα, με τους αστερισμούς.
Μάρα εσύ των δακρύων.
Διάφανη ως το φως.
Υπέροχη ως την ακινησία.
Μικρή σαν κόχη
Ως την Ωδή βαθιά.
Και μόνη, μόνη ως τα δάχτυλά σου μόνη
Άραγε ήξερες το χώμα της αυγής;

Με αποσπάς από τα δρώμενα
Άδικε τυμβωρύχε.
Από τον πρώτο ήχο
Θεσπίζεις
Να μην υπάρχει θάλασσα
Καινούργια να συμβεί
Κάθε σου λέξη γίνεται καρπός
Πλημμυρισμένος δόκανα
Και φλούδα απορριμμένη
Μέσα στο γνόφο της φυγής
Εκεί στο ασημένιο ύφασμα
Όλο τσιμέντο κι άχυρο
Βαθύς στη μνήμη τοκετός
Κάτω στο υδρόβιο
Παλιό μας σπίτι
Όπως εφημερία στο πλήθος της πόλης
Εκείνο το πλήθος των ορθίων
Ευρύ
Άνομο
Αγέννητο θα ‘ναι αγόρι μου
Άλλο μην πνίγεις τους πνεύμονες
«μα δεν μπορώ να δω, να βλέπω δεν αντέχω»
βλέννα
Το άστεγο όνομα ενός λαού
Που περισσεύει
Έρμαιο Στρυμωνικό
Των οδών
Και των αλάβαστρων νεκροταφείων.

Και να ροδίζει η πέτρα
Στην αμάραντη ισορροπία του νησιού.
«πως σε λένε;»
δεν ρωτώ
δεν βλέπω παρά μόνο το περίβλημα
να θυμίζει κάτι δειλόν, ωραίο.
Εδώ δεν υπάρχουν καμπαναριά.
Δεν έχει απεραντοσύνη
Μονάχα αναγκασμένα βήματα
Το ήπιο βουητό θολό, απρόσιτο, βαθύ
Ενωμένο φιλί γεμάτο
Μιας θάλασσας
Χλωμής
Σιγανής
Ακατέργαστης.
«Ξαφνικά ένα όνειρο μου ‘ναι
χαρισμένο στα χέρια»
ιπτάμενα σ’ αγγίζουν
όπως ελησμόνησα
πόθο βαρύ
κι οι οδοί της κλίνης που άφησε,
τινάζονται σκεπάρνια
στο δώμα
προοιωνίζουν
τον ίλιγγο της ταφής.
Αυγή!
Διασπείρομαι σε γη, χώματα και λάσπη.
Βρέχει στην όχθη της φωνής.
Με τον καιρό που σβήνει
Τα φώτα του τραίνου
Με την καρδιά λαχταρισμένη
Με σιγανεύει μια στιγμή
Το σεντόνι της γης
Υγρασία, θεάτρου κόχη
Κι ωστόσο τίποτε δεν είναι μικρό
Αν υποταχτείς, αν υποταχτείς…

Βρέχει στην όχθη
Της Αναπαύσεως
Και των Κυθήρων.

Νύμφη της εικόνας
Θα πλάθονται ορίζοντες
Μέσα στο δώμα.
Και βρέχει ως τα κάτω,
Ως την κοιλάδα που περνά το τρένο.
Η Ελεονώρα στον ύπνο μου
Ήθελε κάτι από τα μαθηματικά.
Πρόθυμος ήμουν, κι όπως πάντα δέχτηκα την πρόσκληση.
Και της εξηγούσα, της εξηγούσα.
Οι καρέκλες του καφενείου μέσα στο δρόμο για τη γιορτή.

(Κρατώ συχνά κάποιες μικρές σημειώσεις από τα όνειρά μου. Με απαλύνει αυτή η δυνατότητα. Και μέσα στο ελαφρό κρύο του πρωινού ξαναβυθίζομαι σιγά-σιγά στο λήθαργό μου. Και τότε η μέρα ασάλευτη γεννιέται).
Κι έσπασε η μέρα
Εκταφή της μήτρας
Απόηχος γυμνός.
Γιατί είναι πράγματα που δεν θέλω να θυμάμαι. Γιατί δεν είναι ατέρμονη η καλή ζωή, γιατί δεν είναι. Εκείνη, γεννήθηκε με μία φυσική μελαγχολία εντός της. Ωστόσο εγώ την αγκαλιάζω. Ας μην είμαι εγώ για κείνη αυτός που πλάθει εαυτήν. Ας μην είμαι εγώ. (Τούτο είναι ευχή ή έσχατο ενεργητικότητας φαντασιακής καθώς πρέπει ατόπημα;)

***
Άραγε θα διαβάσω σήμερα; Αν δεν μπορέσω, θα μετρώ τις ώρες καθώς θα πλάθονται ορίζοντες μιας συστοιχίας όμβριας – έξω από το παράθυρο υδρορροές και καπνοδόχοι κι άλλα παράθυρα, παράθυρα του εφήμερου βηματισμού –
Καθώς θα σφίγγεται η καταχνιά,
Καθώς ένα αγόρι στην ακροθαλασσιά, παίζοντας μέσα στον Κόσμο
Θα φυλλομετρά
Το κλειδωμένο δέντρο της ζωής του.

Βγήκαμε για ν’ αγγίξουμε τη χλόη. Ύστερα ήταν η θάλασσα που φάνηκε και προχωρήσαμε ανάμεσα από τα ορυχεία.
Ένα απόσπασμα φιλιού μοναχικού, μας δίδασκε την υγρασία. Στο τιμόνι ένας ήλιος κρυφός, ολόγυμνος.

Κι αναγκάζομαι να μιλώ, αναγκάζομαι ν’ ακούω – είναι τόσο βάναυσο η πρώτη επαφή να γίνεται μιλώντας – πιέζομαι να ονειρευτώ το τραγούδι της ραπτομηχανής. Τόσα σπίτια ελευθερώθηκαν συθέμελα – ώσπου πνιγήκαν από φως.
Στο μετάξι και το άροτρο δεν βλασταίνει ίσκιος, ουδείς δεν ανιχνεύει τις διαφορές. Γιατί το μετάξι δεν φτάνει από μόνο του – και το χώμα δεν καλεί. Είναι το αίμα μας αυτό, από χώμα και μηχανές του λαδιού και του ανέμου. Ω, τόσες προσχώσεις, τόση εγγύτητα.
Καθώς αναδύεται ανάγλυφη η Κύπρος
μια προκυμαία οχυρωμένη στις προσευχές και τα επίπεδα τραπέζια, καθώς δεχόμαστε προσκλήσεις με καθίσματα – κεριά
κι εκείνον τον υπέροχο σιτοβολώνα που μάταια σχεδόν – δεν μπορέσαμε να διανύσουμε. Ή μήπως οι άλλοι τα κατάφεραν τελικά; Γιατί μένει μονάχα η μνήμη –
ό, τι ήσουν πάντα, θα ‘σαι και πρώτα.

Επίδειξη ισχύος: τα λεπτά της ώρας χάνονται στα χέρια σου·
όχι λοιπόν: νενίκηκάς με.
Κι άλλοτε πάλι· όμως δεν είσαι περήφανη: είναι στιγμές που μου υπόσχεσαι τα μάτια σου. Ιδού λοιπόν η δική μου αποχή στην άσπονδη ευεργεσία των υδάτων. Έλα, πλησίασε – αν δεν έχω λόγο, ένα σχήμα βαθύ –στο βύθισμα τ’ ουρανού και τη φυγή της ώρας – εκείνη τη φυγή που ανελέητη κατατάσσει τον κόσμο σε θύελλες, γιορτές και ξεχασμένα, φώτα ακίνητα – συνέχεια επανέρχεται, επαναστρέφει – απανθρακωμένο αμμοχάλικο και χαρτί
να βαφτίζει τα δάχτυλα, τ’ όμορφο πέπλο σου και τους αιώνες σου Ελένη.

Ανάφλεξη μηχανής εσωτερικής καύσης

Με συνδυάζουν ξόρκια ανάλαφρα· δεήσεις του νερού και της βενζίνης που χλιμιντρίζουν στην αφή σαν πέλαγα απιθωμένα στον ήλιο. Διάπλους ουράνιος στη γη του απόδειπνου. Ένας θόρυβος με κατέχει. Πέρασμα αμφίκυρτο στην πνοή της γης. Εκείνες. Τις ονομάσανε παρθένες του ήλιου. Κι έτσι λέγονται. Εγώ κρατώ μονάχα ένα κερί που ανθίζει κλώνους κι αφήνεται σε πορτοκαλεώνες νυχτερινούς ν’ απλωθεί άρωμα, κόσμος, μια περιπλάνηση κατευναστική σε στόχαστρα μύριων θέλω, μύριων ήχων που κεντρώνουν το χέρι μου, την υφή μου. Και στις στροφές της ώρας που χύνεται μες τα πρόθυμα καλάμια, ολοένα μικρά σπουργίτια που ξεφεύγουν από σελίδες βόρειες και βροντάνε στα παράθυρα, αναγνωρίζω μοναδικός το τρυφερό βήμα της γης μου να προσκυνά τον ορίζοντα να με παροτρύνει ν’ αγκαλιάσω τα βρεγμένα στάχυα και να λαχταρίσω, να πω ανάσανα, τώρα ανάσανα μπορώ ν’ ανεμίσω με τη σοδειά μου από πινέζες και σπίρτα, να κυματίσω με τον άνεμο και στο περιβόλι μου το ύστερο να κεντήσω με τσόφλια γαλαζωπές τις νύχτες. Η δημοτική σύμβουλος θα επανέλθει. Και θα σωριάσω τον ύπνο με μαλαματένιες κούνιες και ρεύματα ανεξήγητα του μέλλοντος, πυκνά επιτέλους όπως εφήβου οσμή, πυκνά σαν ματιά παρθενική στο δρόμο γεμάτη ελιά, πίκρα αμάραντη και καρτερία. Και θα ησυχάσω δυνατός, πλημμυρισμένος στο κονίαμα του βυθού εξακολουθώντας απαράμιλλα να ελπίζω. Σαν υδρία, σαν κυψέλη γεμάτη, σαν μελτέμι, σαν τζίτζικας.

Έρση

Είναι εκείνο το συγκεκριμένο πουλί με τους κύκλους του· και λιγάκι κοντύτερα τ’ αυτοφυή της πέτρας. Όταν αναλωθεί η θάλασσα, πού υα γυρίσεις; Όταν ανάψει η άσφαλτος, πώς θ’ αγγίξεις την αλμύρα – την εσώτερη τόσο σποραδική – ιδού το ίχνος της. Διώξε τούτο το κενό – αν από το πεδίο σου το αναίτιο το κενό θα γίνει πόνος – τότε θ’ αρχίσεις ν’ αγαπάς – δεν μιλώ ούτε για κατακλυσμούς, ούτε για θρύμματα της άμμου. Ξέχασε όσο μπορείς το φως, θυμήσου το ξέφωτο. Εκείνο το τρένο στην Τοσκάνη. Κι η έκθεσή μου για τον υπερσιβηρικό, είκοσι χρόνια πριν – όσο θέλουν, όσο θελήσαμε, ίσως τριάντα δύο – που δεν διάβασε ποτέ, ακατάδεκτη κατά το ορθό, άρτιο ρόδο της γέννησης και της ομορφιάς σου…
Μα ιδού, το δάκρυ της Ανδαλουσίας – εκεί, όταν με θυμήθηκες, υπήρχε κάποιος πολύ για σένα, πολύ – όσο πολύ σε θέλησε με αιωνιότητες βυθισμένες στους κρουνούς του – εγώ, κεντρί από σιρόπι, βάλσαμό σου εγώ.
Ωστόσο, ναι: τόλμησα να κλειδώσω κάθε φωνή – η σφαίρα που έγινε δεν είναι από σήραγγες, ούτε από ιδιοτέλεια, ούτε από γέννημα νεκρό της εύκολης αυγής – μονήρης.
Ήταν μονάχα το δειλό, το έσχατο επιχείρημα. «Εκεί που είμ’ εγώ, εκεί δεν είναι κανείς» έλεγε ο μελετητής. Κινούμαι τόσο ανάσκελα που μοιάζει σαν να γίνομαι προέκταση τυφλή του οδοστρώματος. Άλλοι, κερδίζουν. Άλλοι, διευκολύνονται· εγώ μονάχα εύχομαι κάποια μικρή, αδιάσειστη βιομηχανία ευχών ξανά – να ‘ ναι παρόμοια η κάθε μου ανατροπή και τα’ άγγιγμα της Νέας Υόρκης κι ο θαυμασμός που δεν το μπόρεσα ουδέποτε – ποτέ μου να προσφέρω. Ω, δύναμη, δύναμη, αργίας πνοή – ω εύποροι από ζωή καρποί μου των ανθρώπων. Σε ποιο οριστικό αμπέλι παραδίνομαι; Κι υποτάσσομαι σε ποια – εκείνα τ’ άλλοτε για κάποια χρόνια – σχεδόν σαν μέρες – εκοίταξα – μα διασείστηκαν – και παρέμειναν λοιπόν στο τέλος τους ακοίμητα, μέλη βαριά; Και διαστέλλομαι καθώς ουδείς προχωρά στην ειδική μου άφωνη αντίληψη του βυθού και της άτυχης σελήνης.

Μαράθηκε, χλωμή η γη τη νύχτα. Κανείς δεν με συνέχει πέρα από το ακριβό, δοκιμασμένο κι εύφορο σιωπητήριο.

Αργός· όπως νάρκη φωνής, όπως κέρμα καπνού – μια ευλύγιστη θυσία – μίσχος σκιάς – δεν έχουνε πνοή οι πέτρες μας – ούτε οι βόστρυχοί σου Έρση, μονάχα το νερό και οι προσωρινές ανταύγειες της μνήμης.

Νεκρά συστέλλονται τ’ απομεσήμερα. Γιατί το νερό – από μόνο του – με τ’ αδιάκοπα σχήματα να μην καρποφορεί; Και δύναμη άλλη έξω απ’ τη φυγή να μην στερείται;

Έρση ωραία, Έρση απρόσιτη, άφθονη, ακατάδεχτη, ευτυχισμένη – καθώς όλοι το λεν – ωστόσο ψελλίζω εγώ πιστός, γαμήλιος σε βράχο θνητό, απόγειο φτερό το όνομά σου.

* * *

Προσφυγική κατάταξη σε κερδοφόρες business

Πύκνωσε τα νεύματα της γης. Ακατάλληλες κρίθηκαν οι σιωπές σου. Οφείλεις να ομιλείς. Αυτό μονάχα κι άλλο τίποτε: να συμπυκνώνεις. Τι χαριέστατο παιδί που ήσουν! Η Χριστίνα έχει χαθεί και δεν μπορεί, δεν ξέρει ποιο παράθυρο ν’ ανοίξει πρώτο. Ιέρειες ημίγυμνες σε απορία· ιδού ο φωτογράφος τους· ιδού ο ευπαθής επιχειρηματίας· επίχρυσα πόμολα, καθρέφτες. Ο θόρυβος ενός φτερουγίσματος μέσα από τη μηχανή. Ένα zoom. Δύο. Δουλεία πιστή σε φάλαγγες. Η χωροφυλακή, ο αριθμός των νεκρών – γαλαζωπό σιωπητήριο. Το χακί μυρίζει κάτι δικό του. Πάντα το ίδιο δικό του χρώμα. Έγινε πληθυντική η ύπαρξη, η θάλασσα όμως της ανατολής – μόνη των αιώνων γράμμα και μαρτυρία. Θρόμβοι θανάσιμοι έλικες η σημασία του λιθόστρωτου – άλλον σκοπό από την επιστροφή, άλλη ευχή από την αναχώρηση – μαιάνδρους υφαίνουν τα κρόταλα- σπαθιά τα μαλλιά σου στην πάχνη κι εσύ ολόκληρη ένας εαυτός που δραπετεύει τις Κυριακές σ’ άφωνο χώμα·
Μιλάς για ψιθύρους – βγαίνουν οι κραδασμοί από το στόμα – σημαία βοστρύχων, βήματα από δώμα σε δώμα ψηλά, ψηλότερα από την πάλα της νύχτας κι η εφταμελής ορχήστρα του καπνού – χρωματισμένο περιδέραιο ένας χειμώνας κοινός, απόλυτα γκρίζος – θα έρχομαι με τη μουσική – επειδή υποφέρουμε – θα έρχομαι με τον ήλιο μέσα απ’ τα Προπύλαια – επειδή υποφέρουμε – θα υποθέσω τον τρόπο που ξενυχτάς, ψυχρός πυρετός το άσυλο των διαδρομών σου – το πλησιέστερο αυτοκίνητο, την πρώτη γραφή που κατέκτησες και το φως που μεθά πράσινα απογεύματα, επιθαλάμιες βραδιές – τα χείλη της ώρας σταθμός προσφύγων – μια νέα γη ποικιλότροπες εργασίες κι ένα ρόδο αργό μαρμάρινο να κατευνάσει σε παλμούς την Ιστορία.

Αργοθυρίδα

Πώς γίνεται και πετάς σήμερα τόσο ευχαριστημένη; Διασχίσαμε την πόλη με αυτοκίνητο: «σε κατάσταση διελεύσεως» είπαν οι αρχιτέκτονες· ω, το μπούκωμά μου, ο τρόμος των κτιρίων, κερί της ασφάλτου – ανάψτε για τη μνήμη μου μικρό φλεγόμενο αμπέχονο βενζίνης. Αλλά και σένα σε παγιδεύει, λιγάκι διαφορετικά – το βλέπω – η κατάσταση εκείνου του συγκεκριμένου ανθρώπου: Κρύπτες, εφημερίδες, κρύπτες αρώματα – πιατοθήκες στενές σ’ όλα τα στρώματα της Κίνας – αβέβαιο τέλος για το θέατρο, αβέβαιο φινάλε, από μικρός σε παρηγορούσα «δεν πειράζει Μαρία» έλεγα και σε καθοδηγούσε εσένα ο πολιτισμός, διάφανος κι αμφίβολος, μόνο στο πλάι σου στέκει ακμαίος εικόνισμα διαρκές στο φλοιό της γλώσσας
το χνούδι του ανέμου καρποφόρος εστία, εντολή του ανέμου – γέρνεις στο πλάι – κλωνάρι της ίριδας – ιδού ο βοηθός σκηνοθέτη, φιλόδοξος – ω τα μάτια σου ξανά ζωντανεύουν υπονοούμενα στην αυλή όπου ξεθάβουν τα κόκκαλα, διαπιστωμένα πλέον της ορμής
διάφραγμα και του πελάγους αποτίμηση βαριά στην ευκαμψία νεογέννητης πορσελάνης
ιδού το εργαστήριό σου, ιδού η πίστη σου.
Πραότητα σφοδρή, ένα δράμα με λέξεις απαλές – τούτο μου ‘χες ζητήσει, κι έγινε απαλότερος ο καιρός, απαλότερη η μέρα – ακόμα σ’ ονειρεύομαι να ξέρεις, και σου γράφω στα κρυφά με βαριές ευθύνες στην ευχή κάθε καρτερικότητας όλων των πολιτισμών που διατρέξαμε – χίλια μηνύματα γης χτίζουν τον κάμπο και την άσφαλτο – μην ξεχάσεις να μου επιστρέψεις το δαχτυλίδι – ανέμελη ήσουν τότε, ύστερα ήταν δύσκολη η χρονιά σου – a terrible year μου ‘γραψες- ω, τώρα χτίζουν τον κάμπο τον απαλό, τον διάχυτο – πλημμυρίδα της νοσηλείας, ήλιε βγες να περπατήσουμε – τα κύματα σπάνε πάνω στα βράχια κι υπέροχα ποιήματα εκδίδονται στα κελιά – ερεθισμένος από ενθουσιασμό ένας εργάτης –ως δεκαεννιά – ξαναθάβει τον άπτερο λίθο ίσια κατά κει που κοιτά η αγάπη μας στη Σύρο, ένα λεύκωμα οριζώνες
Τώρα υψώνονται νεώρια, τώρα- τώρα η αυγή θ’ αφυπνιστεί με θερμοστάτες·
Φύγε γιατί σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ όπως όμορφη μοίρα – φύγε αδέσποτη, ωραία μου, να θυμάμαι τα μάτια σου
ήλεκτρο του έρωτα, ω ανασκοπήσεις ιζημάτων οι ωραίες στιγμές – ιζήματα ινώδη – σβήνω και χάνομαι στην αποξένωση
δεν χρειάζεται άλλο να μ’ ακούς-
αποξένωση αυτό που μένει μια λέξη δυο σιωπές όταν άγγιξα το χέρι σου, όταν το κράτησα κι ήξερα πως ήταν ξένο και δικό μου- ταυτόχρονα-
κι απορούσα- όταν τα δάχτυλά σου σμίγαν με τα δικά μου του εαυτού μου προέκταση κι όριο μαζί – και φόραγες κίτρινα για να με υποδεχτείς, να στεφανώσεις το ταξίδι – ω, όλα σαν να μην έγιναν ποτέ
μονάχα οι ιδέες της θάλασσας όλο το νερό
ν’ αντάλλαξε με τα μάτια σου την πορεία σε κόκκινη,
κόκκινη γη.

* * *

Η τύχη γύρω μου σκορπίζει.
Ο Θεός είναι μια ρηξικέλευθη ποσότητα στα κόκκαλά μας.
Πονάει να μεγαλώνεις.
Η ασπίδα σου τούτη η πόλη.
Η πόλη σου, ένα τεράστιο ερμαφρόδιτο παιχνίδι –
Ένα αδιάβλητο στρατόπεδο συγκέντρωσης.
Αεροπλάνα –
εκκλείπει ο ρυθμός.
Ιδού ο Νάρκισσος.
Ιδού η φραγή –
αναστέναξε κι άλλο γλυκειά μου-
ω, γλυκειά μου όψη –
ένα μετέωρο παρελθόν που με περιορίζει –
ένα μετέωρο παρόν – άθυρμα του αλιέως –
συμπυκνωμένη βροχή
από λάστιχα που μιλούν
και γεύονται
τον κοσμικό σπινθήρα
των ωραίων γυναικών –
Είναι οι χώροι που μας ανήκουν –
είναι οι χώροι που ανήκουν στον καθένα –
οι ιθύνοντες χώροι-
το ανδρείκελο της οδού μας – στενωπός –
απουσιάζει όλως το αίσθημα
ταριχευμένο σε εξακοντισμένη μελωδία –
εδώ είναι το άκυρο,
εδώ
διαφυλάσσεται ο ρυθμός σου.
Ν’ αναπνέεις.
Μην αμφιβάλλεις ποτέ.
Ν’ αναπνέεις.

© 2015

Οι μέρες της κασέτας

Οι Μέρες της Κασέτας (απόσπασμα από το ανέκδοτο ακόμη βιβλίο του Μπάμπη Λάσκαρι “Κοινωνική κακοφωνία: το αγγλόφωνο ροκ στην Ελλάδα των 80’s”)

Μια θέση στην ιστορία του ανεξάρτητου αγγλόφωνου ροκ διεκδικεί και το ροκ της Ελληνικής επαρχίας με συγκροτήματα όπως οι Heroins από την Αλεξανδρούπολη και οι Sex Beat από το Ηράκλειο της Κρήτης. Αφήνουμε έξω προς το παρόν τη σκηνή της Θεσσαλονίκης, μια και θεωρείται «συμπρωτεύουσα» και οι δομές της, κοινωνικές και καλλιτεχνικές φαίνεται ότι είναι διαφορετικού τύπου τόσο από τις αθηναϊκές όσο κι από τις άλλες επαρχιακές ανάλογές τους. Θα σταθούμε προσωρινά στο Ηράκλειο, μια κι έχουμε τη δυνατότητα της παρουσίασης θραυσμάτων των ημερών και της δράσης των Sex Beat, καθόσον όπως είπαμε στον πρόλογο, ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου υπήρξε μέλος του παραπάνω ροκ τρίου. Το συγκρότημα θα συμπεριλαμβάνονταν στη συλλογή “Cicadas” όπου θα συμμετείχε με δύο τραγούδια, όμως ο Χρήστος Δασκαλόπουλος δεν είχε μπορέσει τότε να επικοινωνήσει μαζί τους: απλώς δεν μας βρήκε στο τηλέφωνο. Ήταν η καλύτερή μας εποχή, το 1987, με τρεις ανεξάρτητες κασέτες στο ενεργητικό μας και μερικές καλές συναυλίες. Για την εμφάνισή μας στο Κύτταρο στις αρχές του ’86, ο «Σχολιαστής» είχε γράψει: «Είχαμε και την ευκαιρία να τους δούμε στο Κύτταρο, όπου ενώ ξεκίνησαν πολύ βαρβάτα στην αρχή, κατόπιν άρχισαν να επαναλαμβάνουν τον εαυτό τους». Η αλήθεια είναι ότι βγήκαμε με τόσο κακό και αδύναμο ηλεκτρικά ήχο, που ήταν αδύνατο να μας παρασύρει αρκετά ώστε να μεταδώσουμε τη ροκ αίσθηση που μας διακατείχε. Αλλά το 1988 παίξαμε σε αρκετές συναυλίες στην Αθήνα – με άλλον μπασίστα από αυτόν που ηχογραφούσε μαζί μας στις κασέτες – όπως στο 127 db, στο Αν, στην ΑΣΟΕΕ, στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου, στο Αλφαβίλ, όπου τις μισές από τις φορές αυτές ο ήχος ήταν ικανοποιητικός και η δυναμική του συγκροτήματος παρουσιάζονταν και λειτουργούσε όπως έπρεπε. Ας μιλήσω όμως λιγάκι και από πρώτο χέρι: βρέθηκα στο Ηράκλειο την τελευταία μέρα του Σεπτέμβρη του 1980, σαν φοιτητής μιας σχολής που δεν με ενδιέφερε ιδιαίτερα έχοντας σαν κληροδοτήματα από το λύκειο το ροκ και την κιθάρα που έπαιζα και κάποια έφεση στο γράψιμο και τη ζωγραφική. Ήμουν εξαιρετικά αθώος. Την επόμενη μέρα που πήγα να γραφτώ στη Γραμματεία της Φυσικομαθηματικής Σχολής γνώρισα τον Μπάμπη τον Δουλγεράκη, -με μακριά επίσης μαλλιά και μαύρα ρούχα – ανηψιό του Νίκου Ξυλούρη και του Ψαραντώνη. Απ’ αυτόν μυήθηκα στον επαγγελματικό χώρο της μουσικής στην Ελλάδα. Στο Ηρακλειώτικο ροκ πρωταγωνιστούσε τότε μια μορφή εξαιρετικής τεχνικής και ακρίβειας, ο κιθαρίστας Μιχάλης Πατραμάνης ή αλλιώς «Είλωτας». Αυτός, το 1983 θα φτιάξει τους Telegram, το πρώτο κρητικό γκρουπ που θα παίξει new wave και θα αποκτήσει μια σταθερή live μόνο δυστυχώς επιτυχία, το “Teacher of Love”. Όμως ο Είλωτας θα χαθεί μέσα στους μουσικούς πειραματισμούς του και δεν θα γεφυρωθεί ποτέ με το κλίμα και τα ζητούμενα της ευρύτερης ανεξάρτητης σκηνής. Έτσι, όταν το 1985 θα δημιουργηθούν οι Sex Beat και θα κυκλοφορήσουν την πρώτη τους κασέτα που θα φτάσει μέχρι τη Θεσσαλονίκη (την παρουσιάζει κριτικά το “Rollin’ Under” στο πρώτο του τεύχος), θα αποτελέσουν το μοναδικό στίγμα για το Ηράκλειο όσον αφορούσε στα εναλλακτικά ροκ δρώμενα της εποχής. Οι κασέτες ηχογραφούνταν σε ένα τετρακάναλο Fostex Χ-15, και η παραγωγή γινόταν σε στερεοφωνικά φίλων. Ένας από αυτούς ήταν και ο Κώστας Κουτράκης, «επίσημος» φωτογράφος του γκρουπ, υπεύθυνος μαζί με τον Βασίλη Γερωνυμάκη για τις φωτογραφίες στα εξώφυλλα και των τριών κασετών που κυκλοφόρησαν. Αφίσες, ετικέτες, εξώφυλλα, γραφιστικά, παραγωγή, αναπαραγωγή, ηχογράφηση, συσκευασία, πώληση, διανομή, όλα τα κάναμε μόνοι μας. Αλλά βγάζαμε και άλλα συγκροτήματα στην επιφάνεια με τον ίδιο τρόπο: τους Modest Trash του Γιάννη Αντιβάση, ένα live των Last Drive που κυκλοφορήσαμε σε είκοσι αντίτυπα, ένα live των TV Personalities από το Ρόδον που κυκλοφόρησα μόνος μου σε δέκα ίσως αντίτυπα (είχα τραβήξει και την φωτογραφία του εξωφύλλου και είχα κάνει και τα γραφιστικά) πουλώντας την κασέτα χέρι με χέρι όπως είχα κάνει και με όλες τις υπόλοιπες. Εκατό αντίτυπα ήταν περίπου η κάθε επίσημη κυκλοφορία. Μερικά κομμάτια από τη δεύτερη κασέτα των Sex Beat τα είχε πάρει το βιβλιοπωλείο του Παρά Πέντε και το Happening. Πουλούσα επίσης στη Θεσσαλονίκη, σε ένα εναλλακτικό δισκοπωλείο δέκα κομμάτια κάθε φορά, καθώς και μέσα από το Rollin’ Under του Μπάμπη Αργυρίου.
Αλλά θα ήθελα να μιλήσω λίγο για τα τραγούδια. Έγραφα αγγλόφωνα ροκ τραγούδια από δεκαεφτά χρονών. Αλλά τα πιο «επίσημα» ήταν τα είκοσι εννιά αγγλόφωνα που κυκλοφόρησα με τους Sex Beat. Πριν και μετά το γκρουπ –που σταμάτησε να παίζει το 1988- όλες οι υπόλοιπες ηχογραφήσεις παρέμειναν ανέκδοτες. Στο τέλος είχαμε μείνει ένα ντουέτο που ηχογραφούσε στο στούντιό του – ένα πλυσταριό στην ταράτσα της μαμάς του rhythm section των Sex Beat- ο Κώστας ο Σφακιανάκης στα τύμπανα κι εγώ κιθάρες, μπάσα και φωνητικά. Το 1985, έγραψα το “Simple As Lies” για την Ελένη την Όκλαντ, μια όμορφη και high, μικροκαμωμένη Ελληνονορβηγίδα που μερικά χρόνια μετά μου δήλωσε: «Θα γίνω γραφίστρια να σχεδιάζω εξώφυλλα δίσκων». Είχα την ευτυχία να το παίξω live μπροστά της με το συγκρότημα, και να την κοιτάω στα μάτια με όλη μου την ερωτική θέρμη και τον προσκείμενο ναρκισσισμό…Στη δεύτερη κασέτα, το “Won’t Forget”, το “Willing”, το “What About Love” και το “Take Another Chance” ήταν γραμμένα για μια άλλη νεαρή μαθήτρια, την Ένη. Αλλά παρά τον αισθησιασμό και το κυνήγι του έρωτα, ήμασταν ένα σοβαρό, ορμητικό και παθιασμένο συγκρότημα – ιδιαίτερα στις συναυλίες -, που και ήχο απέκτησε, και προχωρούσε δημιουργικά προς ένα δικό του στυλ. Το πρώτο μας τραγούδι, το “Not Alone”, το είχα γράψει για τη γενιά μας. Ακόμη, το “Changin’ Idols” ήταν ένα ακόμη τραγούδι για τη γενιά μας, από την πρώτη κασέτα. Αλλά και όλο το κλίμα του γκρουπ, η ατμόσφαιρα που δημιουργούσε, ήταν μια επίκληση επικοινωνίας προς όλους. Το “Wasted” και το “The Way to the Top” είναι επίσης μερικά από τα τραγούδια που έγραψα για όλους εμάς που περιφέραμε τα όνειρα και τον ενθουσιασμό μας αδιάκριτα μέσα στην ελληνική κοινωνία. Είχαμε ξεκινήσει από το punk και την underground πτέρυγα του new wave όπως είχε διαμορφωθεί μέχρι τότε, με πολλά φαντασιακά βιώματα από την Αγγλία και αργότερα την Αμερική, που μας έκαναν να πιστεύουμε όχι μονάχα στη μουσική μας, αλλά και στους ίδιους μας τους εαυτούς. Είχαμε υπηρετήσει και οι τρεις τη θητεία μας ήδη, και ήμασταν ελεύθεροι να ζήσουμε. Και ζήσαμε ροκάροντας, οι αδελφοί Σφακιανάκη –ο Κώστας ο μικρός (του 1963) και ο Μανώλης ο μεγάλος (του 1961) ή ο «Πάνκης» και ο «Ψηλός» αντίστοιχα, που αποτελούσαν και το rhythm section του γκρουπ, κι εγώ, γεννημένος το 1962. Στην Αθήνα, από το 1988 και μετά, παίξαμε κυρίως με τον Σήφη τον Γερακιανάκη σαν μπασίστα, που όμως παρά τη φιλία μας, την παλιότερη συνεργασία μας και την επιδεξιότητά του στο μπάσο, δεν έδειχνε πάντα πρόθυμος να συμμεριστεί το πνεύμα του γκρουπ. Ίσως δεν κατανοούσε πώς μπορεί να μετουσιωθεί σε μουσική όλη αυτή η ενέργεια που μας κατέκλυζε, πώς μπορούσε να γίνει μουσική, χωρίς πολλές υποδείξεις, χωρίς πολύ προετοιμασία, παρά κυρίως μέσα από τον αυθορμητισμό και την πίστη σε αυτό που κάναμε. Έτσι όμως, ξαφνικά ο Σήφης φάνηκε πως δεν έβρισκε λόγους συμμετοχής πια. Ίσως και να τον είχαμε άθελά μας απομονώσει και πιέσει καθώς είχαμε μια διαφορά ηλικίας έξι περίπου ετών μαζί του – σημαντική διαφορά όταν είναι κανείς είκοσι μόλις χρονών, όπως ήταν αυτός τότε. Αλλά μπορεί πολύ απλά και σε τελευταία ανάλυση να ζητούσε άλλα πράγματα από τη ζωή. Το ροκ το είχε μάλλον ξεπεράσει. Υπήρξε – και παραμένει ακόμη – ένας «μουσικός» με την αυστηρή, την κλασική σημασία της λέξης…
Στο μεταξύ, είχαμε αποκτήσει μεγάλη ευκολία στο να ενορχηστρώνουμε τα τραγούδια μας και το δέσιμο εμένα και του Πάνκη είχε φτάσει σε σημεία τελειότητας, ακόμη και στους αυτοσχεδιασμούς μας – παίζαμε σαν ένα σώμα. Και κυρίως αυτό: η ζωή μας και η καθημερινότητα ήταν διαρκώς και άτεγκτα νοηματοδοτημένη. Και δεν ήταν λίγοι εκείνοι που συμμεριζότανε αυτό το αγνό, ωραίο νόημα και τα απλά και ουσιαστικά βιώματά μας. Στις ηχογραφήσεις αισθανόμουνα μια πολύ μεγάλη, σχεδόν απίστευτη ηδονή: ήταν επειδή τα κάναμε όλα μόνοι μας και είχαμε τον απόλυτο έλεγχο για το αποτέλεσμα. Η πρώτη κασέτα ηχογραφήθηκε με ενισχυτή ιδιοκατασκευής – με «λάμπες». Έτσι ο ήχος της κιθάρας έβγαινε ιδιαίτερα δυνατός και ωμός, ήταν καθαρό ροκ.
Αυτό που πρέπει να ειπωθεί για τους Sex Beat – κάτι που ίσχυε και για μια από τις περιόδους των Last Drive – είναι ότι συνιστούσαν, αρχικά, ένα “in” συγκρότημα. Μέχρι και το περιοδικό “In-Discomoda” είχε γράψει για μας. Έλεγε: «Αφού κατέκτησαν το Ηράκλειο, κατέκτησαν και το κοινό της Αθήνας με τις εμφανίσεις τους στο Κύτταρο». Βέβαια οι «εμφανίσεις στο Κύτταρο» περιορίζονταν στη μία και μοναδική, και κανένα κοινό δεν «κατακτήσαμε». Απλώς για το Ηράκλειο, ήμασταν το «σύμπτωμα» μιας εποχής και μιας κοινωνίας που ήθελε το ναρκισσισμό και τη ροκ ηδονή σε έξαρση και αποζητούσε γι’ αυτό το λόγο ένα συγκρότημα. Και ναι, πρέπει να ομολογήσω και να παραδεχτώ ότι η κοινωνία του Ηρακλείου μας αγκάλιασε πραγματικά μόλις εμφανιστήκαμε το καλοκαίρι του 1985: μαγαζάτορες, μπάρμεν, D.J.s, φοιτητές, μαθητές… Ήμασταν η ατραξιόν τους, το ενδιαφέρον τους, ενσαρκώναμε μια άλλη ζωή, μια πρόταση που ταίριαζε στο ροκ όνειρο και στα βιώματά τους. Παίζανε τα τραγούδια μας στα μαγαζιά, αγοράζανε τις κασέτες… Αποτελούσαμε ένα συμβολικό μικροσύμπαν για ένα πλήθος εναλλακτικών επιχειρηματιών, επίδοξων καλλιτεχνών, επίδοξων φωτομοντέλων, σχεδιαστών, γραφιστών, φωτογράφων, new wave φρικιών, high class κοριτσιών και κυρίως ήμασταν εμείς οι φορείς ενός νεοελευθέντος μοντερνισμού που διέπνεε την Ελληνική επαρχία εκείνα τα χρόνια. Είχαμε εμφανιστεί την κατάλληλη στιγμή…Όμως ουσιαστικά η «καλή φάση» κράτησε μονάχα γύρω τους έξη μήνες. Από εκεί και πέρα μονάχα το πείσμα μας είχε μείνει. Τότε ξεκίνησε και η πιο απεγνωσμένη περίοδός μας: η πιο ροκ, η πιο underground, η πιο σκληρή και η πιο αδιέξοδη. Ένας κρητικός ηχολήπτης, ο Μιχάλης Κανακάκης, είχε πει για μας: «Δεν ξέρω, κάτι σας πιάνει κι όταν βγαίνετε στη σκηνή είναι σαν να κυριεύεστε από φρενίτιδα». Αυτή η «φρενίτιδα» του ροκ ήταν και το ζητούμενο. Η καθαρή ζωτικότητα και η εκλυόμενη ενέργεια από αυτήν. Αυτό ήταν που θέλαμε να μεταδώσουμε. Κι όταν οι συνθήκες έγιναν πλέον απαγορευτικές, μεταλλαχτήκαμε –άθελά μας σχεδόν- σε ροκ «μουσικούς». Και η τέταρτη κασέτα που βρήκε εμένα και τον Πάνκη ως ντουέτο πια να ηχογραφούμε μόνοι στο Ηράκλειο, δεν κυκλοφόρησε ποτέ.