Μια ακόμη περικοπή από μετάφρασή μου (Εισαγωγή στη Φαινομενολογία)

Εισαγωγή στη ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑ Dermot Moran

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Αυτό το βιβλίο αποτελεί μια εισαγωγή στη φαινομενολογία, ένα κίνημα που, κατά πολλούς τρόπους, αποτελεί κύριο γνώρισμα της πορείας της Ευρωπαϊκής φιλοσοφίας κατά τον 20ο αιώνα. Γράφοντας στο τέλος αυτής της εποχής, η έκταση αυτής της συνεισφοράς είναι τώρα δυνατόν να αρθρωθεί περισσότερο καθαρά, να εκτιμηθεί, και –αναπόφευκτα- να γίνει αντικείμενο κριτικής. Η φαινομενολογία αναγγέλθηκε από τον Edmund Husserl κατά το 1900-1901 ως ένας τολμηρός, ριζικά καινούργιος τρόπος για να κάνει κανείς φιλοσοφία, μια προσπάθεια να επαναφέρει την φιλοσοφία από τον αφηρημένο διαλογισμό ενδεδυμένο με ψευδο-προβλήματα, με σκοπό να βρεθεί σε επαφή με τα θέματα καθ’ εαυτά, μέσα από συγκεκριμένη ζωντανή εμπειρία. Όπως το οραματίστηκε αρχικά ο Husserl, η φαινομενολογία είχε πολλά κοινά με τον ριζικό εμπειρισμό (ή πραγματισμό, σ.τ.μ.) του William James, αλλά περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είχε παρακινηθεί από τη ριζοσπαστική εργασία του Franz Brentano στην περιγραφική ψυχολογία, την a priori επιστήμη των πράξεων και των περιεχομένων της συνείδησης. Λίγο αργότερα, ο Husserl έφτασε σε κάποιο σημείο όπου συνειδητοποίησε ότι η σύλληψη που είχε ο ίδιος για τη φαινομενολογία και το πρόγραμμα του Descartes για την προσφορά ενός ασφαλούς οικοδομήματος για τη γνώση, συνδέονταν. Ο Husserl τελικά κατόρθωσε να δει ότι το δικό του πρόγραμμα είχε πολλά κοινά με τον Νεο-Καντιανισμό και έτσι η φαινομενολογία του κατέληξε σε μια μορφή υπερβατικού ιδεαλισμού. Όμως οι μελέτες του πάνω στη συνείδηση τον οδήγησαν επίσης να ακολουθήσει έρευνες πάνω στην αντίληψή μας για το χρόνο και την ιστορία, που οδήγησαν στην ανάπτυξη της έννοιας του κόσμου της ζωής, καθώς και σε έρευνες πάνω στην εξέλιξη του πολιτισμού που θυμίζουν την φαινομενολογία του πνεύματος του Hegel.
Ο Husserl έσπρωχνε σταθερά τη σκέψη του σε νέες κατευθύνσεις, και κάθε καινούργια περίοδος της διανοητικής του εργασίας αναπτύχθηκε περαιτέρω από τις διάφορες γενιές σπουδαστών που εργάστηκαν μαζί του. Η φαινομενολογική περιγραφή των πραγμάτων ακριβώς όπως αυτά έχουν, με τον τρόπο κατά τον οποίο εμφανίζονται, το κεντρικό μοτίβο της φαινομενολογίας, σήμαινε ότι οι φαινομενολόγοι ήταν ελεύθεροι να ασχοληθούν με κάθε πεδίο της εμπειρίας. Έτσι, ενόσω κάποιος προσέφερε πιστά, απέδιδε την εμπειρία των πραγμάτων καθ’ εαυτών, δεν υπήρχε κανένα όριο σ’ αυτά που ήταν δυνατό να εξεταστούν. Μ’ αυτόν τον τρόπο η φαινομενολογία άνθισε ως ένα ασυνήθιστα ποικίλο σύνολο προγραμμάτων, «ένα σύνολο απείρων καθηκόντων», όπως το έθεσε ο Husserl. Ο Husserl αντιμετώπιζε τους μαθητές του ως εκτελεστές του καθήκοντος να καταστρώσουν ολόκληρο το φαινομενολογικό χώρο.
Ωστόσο η φαινομενολογία δεν μπορεί να γίνει κατανοητή απλώς και μόνο σαν μία μέθοδος, σαν ένα πρόγραμμα, σαν ένα σύνολο καθηκόντων: στην ιστορική της μορφή αποτελεί πρώτιστα ένα σύνολο ανθρώπων, που περιλαμβάνει όχι μονάχα τον Husserl και τους προσωπικούς του συνεργάτες, την Edith Stein, τον Martin Heidegger, τον Eugen Fink, τον Ludwig Landgrebe, αλλά περισσότερο γενικά τους φοιτητές του, τον Roman Ingarden, τον Hedwig Conrad-Martius, τον Marvin Farber, τον Dorion Cairns, τον Alfred Schutz, τον Aron Gurwitsch και πολλούς άλλους, συμπεριλαμβανομένων του Max Scheler και του Karl Jaspers, που ανέπτυξαν φαινομενολογικές αντιλήψεις σε επαφή και παράλληλα με το έργο του Husserl. Έτσι η φαινομενολογία ως ιστορικό κίνημα παρουσιάζεται ως παράδειγμα συναρμογής μιας σειράς ασυνήθιστα διαφορετικών στοχαστών.
Η φαινομενολογία επίσης ερμηνεύθηκε σε διαφορετικά φιλοσοφικά κλίματα, περισσότερο και κύρια στη Γαλλία, όπου ο Emmanuel Levinas ξεκίνησε μια παράδοση εξερεύνησης της φαινομενολογίας που αναπτύχθηκε σε μια ευφυέστατη ιδιόμορφη μόδα από τον Jean-Paul Sartre, την Simone de Beauvoir, τον Maurice Merleau-Ponty, τον Michel Henry, τον Paul Ricoeur και πολλούς άλλους. Όμως η φαινομενολογία επίσης εξασφάλισε ένα βήμα για την διερεύνηση άλλων δυνατοτήτων, συμπεριλαμβάνοντας μια εξέγερση ενάντια στη φαινομενολογία. Στη Γερμανία, ο Rudolf Carnap αντέδρασε ενάντια στην άποψη του Heidegger για τη μεταφυσική. Ο Theodor Adorno, ο Max Horkheimer και η σχολή της Φραγκφούρτης άσκησαν κριτική παρουσιάζοντας τους περιορισμούς της φαινομενολογίας από τη σκοπιά του Μαρξισμού. Ο Hans-Georg Gadamer ανέπτυξε τη φαινομενολογική ερμηνευτική, και η Hannah Arendt έφερε τον φαινομενολογικό της τρόπο θέασης των πραγμάτων σε σημείο που να συσχετίζεται με τη φύση της ανθρώπινης δράσης στον σύγχρονο κόσμο. Η αποδόμηση του Jacques Derrida επίσης, βρίσκει την προέλευσή της σε κάποιες συγκεκριμένες ανησυχίες σχετικά με τη φύση της σημασίας και της παρουσίας, τόσο στο κέντρο του έργου του Husserl, όσο και αντλώντας ιδέες από τη σύλληψη του Heidegger για την καταστροφή της ιστορίας της φιλοσοφίας.
Συνεπώς, σ’ αυτό το βιβλίο δεν προσπάθησα μονάχα να εφοδιάσω τον αναγνώστη με ευπρόσιτες, κριτικές εισαγωγές στον αρχικό προάγγελο, τον Brentano και τους ιδρυτές, τον Husserl και τον Heidegger, αλλά επίσης να σημειώσω κάτι από το εύρος της όψιμης εξέλιξης του κινήματος στον Sarte, τον Levinas και τον Merleau-Ponty από τη μία μεριά, και στους μαθητές του Heidegger, τον Hans-Georg Gadamer και την Hannah Arendt από την άλλη. Ίσως το περισσότερο ασυνήθιστο χαρακτηριστικό αυτού του βιβλίου είναι το ότι αποφάσισα να συμπεριλάβω τόσο τον Gadamer όσο και την Arendt ως σημαντικούς φαινομενολόγους και μάλιστα αυτοδικαίως, όμως πιστεύω ότι ο συνυπολογισμός τους δικαιώνεται πλήρως και επανορθώνει μάλιστα μία πρωθύστερη παραγνώριση του ρόλου τους στην εξελισσόμενη ιστορία της φαινομενολογίας. Ο συνυπολογισμός του Derrida, που μπορεί να εκπλήξει μερικούς καθαρολόγους της φαινομενολογίας ως κάτι το αταίριαστο, δικαιολογείται, πιστεύω, βασισμένος στην μακροχρόνια ενασχόλησή του με φαινομενολογικά κείμενα.
Παρόλο που η φαινομενολογία δεν έφτασε ποτέ στο σημείο να γίνει ένα κίνημα με την έννοια που είχαν οι προθέσεις του Husserl, αποτελεί ακόμη υπόδειγμα της πιο συνεκτικής εναλλακτικής φιλοσοφικής πρότασης έναντι στο πρόγραμμα της πολιτογράφησης της συνείδησης. Η έμφαση της φαινομενολογίας στην μελέτη των δομών της συνείδησης εκ των έσω, συγκροτεί ακόμη και σήμερα μια πρόκληση για κάθε απόπειρα τρίτων να ερμηνευθεί η συνείδηση βάσει των όρων της φυσικής επιστήμης. Γι’ αυτό το λόγο, καθώς επίσης και εξαιτίας της σύνθετης σύλληψης της φύσης των ιστορικών και πολιτισμικών στοιχείων της ανθρώπινης εμπειρίας, η φαινομενολογία θα εξακολουθήσει να προκαλεί άλλες φιλοσοφικές σχολές και μάλιστα με άνεση ακόμη και μέσα στον εικοστό πρώτο αιώνα.
Προσπάθησα να γράψω αυτό το βιβλίο με έναν προσιτό, απαλλαγμένο από ορολογία τρόπο. Προσπάθησα να εξηγήσω τους τεχνικούς όρους ενόσω εισάγονται, και να συνδέσω τη φιλοσοφική συζήτηση με ένα περισσότερο παραδοσιακό φιλοσοφικό λεξιλόγιο όσο και έννοιες. Και πάνω από οτιδήποτε άλλο, προσπάθησα να δείξω την εξέλιξη της φαινομενολογίας από τις απαρχές της στον Brentano μέχρι της κριτική της στον Derrida. Εξαιτίας της εξαιρετικής σημασίας του Edmund Husserl και του Martin Heidegger, αφιέρωσα περίπου το μισό βιβλίο στις φαινομενολογικές τους ενοράσεις. Έχω πρώτιστα και κυρίως περιορίσει τις παραπομπές μου στις πρωταρχικές πηγές και τις μεταφράσεις τους, επειδή θέλω να κατευθύνω εκείνους που ενδιαφέρονται για το θέμα προς τα ίδια τα αρχικά κείμενα. Πολύ συχνά, οι φοιτητές έχουν αποθαρρυνθεί στο να εξερευνήσουν αυτά τα κείμενα από την ολοφάνερη δυσκολία και πολυπλοκότητά τους. Εδώ, έχω καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια να αποκαθάρω αυτά τα κείμενα από την αμηχανία που προκαλούν και να αποσαφηνίσω τον πολύπλοκο τρόπο της έκφρασής τους. Εάν το αμάρτημά μου που είναι η καθαρότητα, οδηγεί τους σπουδαστές να διαβάσουν τα πρωτότυπα έργα, θα είμαι κάτι περισσότερο από ευχαριστημένος. Ελπίζω επίσης ότι αυτό το βιβλίο θα μπορούσε να χρησιμεύσει σαν αξιόπιστος οδηγός για σπουδαστές που έχουν προηγουμένως διαπαιδαγωγηθεί σύμφωνα με την αναλυτική παράδοση της φιλοσοφίας (κυρίως σπουδαστές της αγγλοσαξονικής σχολής, σ.τ.μ.), και που ψάχνουν για μια προσιτή εισαγωγή στο κεντρικό νήμα της Ευρωπαϊκής φιλοσοφίας του εικοστού αιώνα. Ευτυχώς, και μιλώντας ίσως αισιόδοξα, τα κοινά νήματα που συνδέουν τις δύο παραδόσεις θα γίνονται εμφανή, ακόμη και όταν δεν υπογραμμίζεται τούτο ρητά.
Πάντως, αυτό το βιβλίο δεν ισχυρίζεται ότι προσφέρει μια γενική επισκόπηση της Ευρωπαϊκής («Ηπειρωτικής» κατά τους Αγγλοσάξονες, σ.τ.μ.) φιλοσοφίας, ένα έργο τόσο φιλόδοξο από τη φύση του, που απέχει πολύ από το να πραγματωθεί με ένα και μόνο βιβλίο. Πράγματι, θέλω να παρουσιάσω τη φαινομενολογία αυτοδικαίως, και γι’ αυτό το λόγο δεν πραγματεύτηκα τις σχέσεις της φαινομενολογίας με τη σκέψη του Nietzshe ούτε έδωσα ιδιαίτερη έμφαση στη σχέση της φαινομενολογίας με τον υπαρξισμό. Πιστεύω ότι η φαινομενολογία είναι ένας τρόπος να κάνει κανείς φιλοσοφίας που θα έπρεπε πρώτα να εκτιμηθεί σύμφωνα και κατά τους δικούς της όρους. Ταυτόχρονα, ελπίζω ότι θα υπάρξουν αρκετές λεπτομέρειες καθώς και φιλοσοφικό περιεχόμενο ώστε να κινηθεί το ενδιαφέρον του επαγγελματία φιλοσόφου που προσπαθεί να κατανοήσει τη φύση της φιλοσοφίας του εικοστού αιώνα. Είναι ελπίδα μου, αυτή η μελέτη να συνεισφέρει με κάποιο τρόπο στην κατανόηση της Ηπειρωτικής φιλοσοφίας ανάμεσα στους κύκλους των αναλυτικών φιλοσόφων, και πως επίσης θα χρησιμεύσει σαν βάση για την δόμηση και την προετοιμασία διδακτικών μαθημάτων και διαλέξεων πάνω στη φαινομενολογία.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η φαινομενολογία και η Ευρωπαϊκή φιλοσοφία του εικοστού αιώνα

Η φαινομενολογία, ως το ρεύμα που εγκαινιάσθηκε από τον Edmund Husserl (1859-1938), έχει τώρα την ηλικία ενός αιώνα. Υπήρξε ένα από πολλά δυνατά ρεύματα στη φιλοσοφία χαρακτηριστικά της αρχής του εικοστού αιώνα, παράλληλο, για παράδειγμα με τον Νέο-Καντιανισμό και τις διάφορες σχολές του (λ.χ. των Rickert, Natorp, Cassirer, Windelband, Lotze), τον ιδεαλισμό (Green, Bradley, McTaggart), την λογοκρατία (Frege, Russell), την ερμηνευτική ( Dilthey, Bultmann), τον πραγματισμό (Dewey, Peirce, James), την φιλοσοφία της ζωής (Bergson, Simmel), την φιλοσοφία της ύπαρξης (Kierkegaard και Nietzsche), καθώς και με την εμπειριοκρατία των ακολούθων του Hume (λ.χ. του J.S. Mill), και με τον θετικισμό και την κριτική εμπειριοκρατία των Comte, Mach, Avinarius, και λίγο αργότερα, με τον κύκλο της Βιέννης. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, η φαινομενολογία σχετίστηκε με όλα αυτά τα φιλοσοφικά ρεύματα.
Παρόλο που σημαντικοί προάγγελοι της φαινομενολογίας μπορούν να βρεθούν στα έργα των Immanuel Kant, Georg Wilhelm Friedrich Hegel και Εrnst Mach, η φαινομενολογία, ως ένας καινούργιος τρόπος να κάνει κανείς φιλοσοφία, αναγγέλθηκε επίσημα από τον Edmund Husserl στην Εισαγωγή του Δεύτερου Τόμου της Πρώτης Έκδοσης των Λογικών Ερευνών του (Logische Untersuchungen, 1900-1901), όταν, συζητώντας την ανάγκη για μια ευρεία θεωρία της γνώσης, μιλά για «την φαινομενολογία της εμπειρίας του σκέπτεσθαι και του γιγνώσκειν» (1). Μετά από αυτή τη φράση, στην Δεύτερη Έκδοση του ίδιου έργου το 1913, ο Husserl αμέσως προσθέτει:

Αυτή η φαινομενολογία, όπως η περισσότερο περιεκτική καθαρή φαινομενολογία των εμπειριών γενικά, έχει, σαν αποκλειστικό της μέλημα, εμπειρίες ενστικτωδώς συλλαμβανόμενες και αναλύσιμες κατά την καθαρή γενικότητα της ουσίας τους, όχι βιώματα εμπειρικά αντιλαμβανόμενα και αντιμετωπιζόμενα ως αληθινά γεγονότα, όπως οι εμπειρίες ανθρώπινων ή ζωικών φορέων στον κόσμο των φαινομένων που καταχωρούμε ως ένα γεγονός εμπειρικό. Αυτή η φαινομενολογία οφείλει να φέρει σε καθαρή έκφραση, οφείλει να περιγράψει με τους όρους των ουσιωδών εννοιών τους και με τους κατευθυνόμενους τύπους της ουσίας τους, τις ουσίες που άμεσα γνωστοποιούν τον εαυτό τους στη διαίσθηση, και τους συνδέσμους που έχουν τις ρίζες τους σε τέτοιες ουσίες. Κάθε τέτοια δήλωση της ουσίας αποτελεί μια a priori δήλωση κατά την υψηλότερη έννοια της λέξης.

(ΛΕ, Εισαγωγή, &1)

Αυτή η προστεθείσα παράγραφος εικονογραφεί καθαρά το πώς το προγενέστερο πρόγραμμα του Husserl το 1900, που αφορούσε τη διελεύκανση επιστημολογικών εννοιών, είχε αναπτυχθεί , έως το 1913, σε μία a priori υπερβατική επιστήμη της καθαρής συνείδησης ως τέτοιας. Καθώς η σύλληψη της φαινομενολογίας από τον Husserl εμβάθυνε και διευρύνονταν, έφτασε σε κάποιο σημείο όπου είδε τον εαυτό του σαν ιδρυτή ενός καινούργιου κινήματος, και μέσα από τις μεταγενέστερες προσπάθειές του, όπως και αυτές των μαθητών του, η φαινομενολογία αναπτύχθηκε βαθμιαία μέχρι το σημείο να καταστεί το πιο σημαντικό ρεύμα της Ευρωπαϊκής σκέψης κατά μήκος ολόκληρου του αιώνα σαν σύνολο.
Ο Husserl βρέθηκε ως ιδρυτής ενός ολοκληρωτικά καινούργιου επιστημονικού κλάδου, ένας αυτοαποκαλούμενος «ριζικός αρχάριος», εμπλεγμένος στη μόνιμη δράση της ριζικής διερεύνησης (Letztbegrundung). Συχνά συγκατέλεγε τον εαυτό του στον ρόλο του πρωτοπόρου, ενός εξερευνητή σε ένα νέο πεδίο της συνείδησης, ενός Μωυσή που οδηγούσε τους ανθρώπους του στη νέα γη της υπερβατικής υποκειμενικότητας. Συγκέντρωνε μαθητές, σχεδίαζε φιλόδοξα ερευνητικά προγράμματα, και επιχειρούσε να προωθήσει τη φαινομενολογία των διαφόρων υποδιαιρέσεων του πεδίου της συνείδησης, έχοντας πάντοτε υπόψη του ότι η φαινομενολογία ήταν ένα «σύνολο άπειρων καθηκόντων». Όμως περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, στα ώριμά του χρόνια, ο Husserl σκέφτηκε ότι η φαινομενολογική πρακτική χρειαζόταν έναν ριζικό αναβαθμό στην πρόθεσή της, μια αναστολή ή μια τοποθέτηση σε παρένθεση της καθημερινής φυσικής στάσης, κάθε «κοσμικής θέσης» των σκόπιμων πράξεων που προϋπόθεταν την ύπαρξη του κόσμου, μέχρις ότου ο δράστης να οδηγηθεί πίσω στο πεδίο της καθαρής υπερβατικής υποκειμενικότητας. Χωρίς αυτή την οπισθοδρόμηση, αυτή η αναγωγή, γνήσια φαινομενολογική ιδέα θα ήταν αδύνατη για τα μάτια του Husserl: το πολύ-πολύ να μην ήταν τίποτε άλλο από μια νατουραλιστική ψυχολογία της συνείδησης, που αντιμετώπιζε τη συνείδηση μονάχα σαν «μια μικρή τετελεσμένη ετικέτα του κόσμου» (ein kleines Endchen der Welt).(2). Λίγοι από τους μαθητές του Husserl, ωστόσο, πείστηκαν για την αξία αυτής της αναγωγής, είτε πράγματι από τη δυνατότητα να την διεξάγουν: πολλοί αισθάνθηκαν ότι ο Husserl είχε ολισθήσει πίσω ακριβώς μέσα στον Νέο-Καντιανό ιδεαλισμό από τον οποίο αρχικά η φαινομενολογία μόχθησε να απελευθερώσει τη φιλοσοφία.
Καθώς οι παλαιότεροι συνάδελφοί του άρχισαν να προχωρούν από μόνοι τους σε ανεξάρτητα ερευνητικά πεδία, ο Husserl, όσο περνούσαν τα χρόνια, έβλεπε τον εαυτό του σαν ένα «ηγέτη χωρίς οπαδούς» (als beruferer Fuhrer ohne Gefolge, Briefwechsel II 182), και το 1931 παρουσίασε τον εαυτό του δηλώνοντας ότι είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του καλούμενου «φαινομενολογικού κινήματος» (Briefwechsel IX 79). Σαν αποτέλεσμα, το φαινομενολογικό κίνημα κατανοητό υπό τους πιο ευρείς του όρους, δεν περιλαμβάνει μονάχα το έργο του Husserl, αλλά επίσης το έργο πολλών από εκείνους που αρχικά ασκούσαν τη φαινομενολογία, και που δεν αισθάνονταν δεσμευμένοι στη μεθοδολογία του Husserl, από τους οποίους οι πιο σημαντικοί υπήρξαν ο Max Scheler (1874-1928) και ο Martin Heidegger (1889-1976).

[…]

Ένα σημαντικό κείμενο της Iris Murdoch σε δική μου μετάφραση…

Άιρις Μέρντοχ (https://en.wikipedia.org/wiki/Iris_Murdoch)

Η Μεταφυσική ως ένας οδηγός προς τα ήθη

19
Μεταφυσική: Μία σύνοψη

Οι μεταφυσικές εικόνες, στα ταξίδια τους μέσα από σκοτεινά βιβλία, περνώντας από τα ενδιάμεσα θρησκευτικά και αισθητικά σχήματα λόγου στην καθημερινή συνείδηση ανθρώπων όλων των λογιών, υφίστανται , μέσα από αυτή την υποκειμενική διαδικασία, πολλές μεταβολές και ξεσκεπάζουν ασάφειες και αμφισημίες. Η ασάφεια, ή πέστε την ευλυγισία αν θέλετε, ανήκει σε αυτές τις περίεργες διεργασίες. Αν σκεφτεί κανείς την ιδέα του κενού ή της κενότητας, μέσα σε ένα ηθικό και θρησκευτικό πλαίσιο, αυτή μπορεί να γίνει ορατή μέσα από διαφορετικά πρίσματα και να επιτελέσει πολλά και διάφορα είδη έργου. Η κενότητα μπορεί να συνιστά μια «στιγμή» σε κάποια διαλεκτική, όπως στην εικόνα του Κίρκεγκωρ για τη δημιουργική απελπισία, ή σε κάποιο Πλατωνικό εικονοκλαστικό προσκύνημα. Εάν το κενό εξακολουθεί, μπορεί να επέλθει ένα πραγματικό, καθημερινό και οικείο αίσθημα απελπισίας. Ή, αυτό μπορεί να δημιουργήσει το είδος του ασκητισμού που οραματίστηκε η Σιμόν Βέιλ, μέσα στο οποίο, αυτός που υποφέρει, αρνούμενος τις παρηγοριές της φαντασίας, αρπάζεται γερά από την οδυνηρή πραγματικότητα: όπως στην περίπτωση της απώλειας για παράδειγμα, ή στην τρομερή κατάσταση της αναμονής του αναπόφευκτου θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου. Ο υπερβολικός πόνος, από τη μία αιτία στην άλλη, μοιάζει να αποτελεί κανόνα για τον καθένα σε κάποια στιγμή της ζωής του. Και αμέτρητες ζωές σκιάζονται κατά τρόπο αποκρουστικό από την πείνα, τη φτώχεια και το διωγμό, ή από τις τύψεις και την ενοχή ή από τη μοναξιά και την εγκατάλειψη καθώς και από την έλλειψη αγάπης. Εδώ, κάθε άτομο βρίσκεται σε τελευταία ανάλυση, μοναχό του, και σε σχέση με πραγματικές περιπτώσεις φαίνεται αύθαδες το να θεωρήσουμε τι είδους χρήση γίνεται της όποιας θρησκευτικής παρηγοριάς. Η θεολογική αλήθεια είναι αφηρημένη. Έξω, στο μέτωπο του ανθρώπινου πόνου, ο κόσμος θα χρησιμοποιήσει τέτοιου τύπου τεχνάσματα για την επιβίωσή του και μόνο. Οι εμπειρίες του κενού είναι δυνατόν επίσης, ίσως «μακροπρόθεσμα», αφού έχουν πλέον βιωθεί, να τοποθετηθούν έτσι ώστε να ενισχύουν μια περισσότερο θετική και δημιουργική χρήση, ή, όπως θα μπορούσε να το θέσει κάποιος, να λάβουν ένα διαφορετικό νόημα. Το «νεκρό» κενό, μπορεί ίσως να γίνει «ζωντανό», ή ακόμη και «μαγνητικό». Εδώ, θα ήθελα να επανέλθω, ή να ξαναγυρίσω προς την Οντολογική Απόδειξη, για την οποία η Σιμόν Βέιλ είπε ότι «είναι μυστηριώδης επειδή δεν απευθύνεται στη νοημοσύνη, αλλά στην αγάπη». (Σημειωματάρια, σελ. 375). Μίλησα νωρίτερα για καταστάσεις όπου αυτό που είναι ολοκληρωτικά υπερβατικό και αόρατο, γίνεται κατά τρόπο μερικό, ίσως με κάποια έκπληξη, ορατό σε σημεία όπου το «πλαίσιο» δεν «αγγίζεται» αρκετά. Αυτή η εικόνα περιγράφει μερικά είδη εμπειριών όπου φαίνεται σαν να, για να χρησιμοποιήσω μια άλλη εικόνα, η κουρτίνα να κυματίζει στον άνεμο (του πνεύματος ίσως), και έτσι να βλέπουμε περισσότερα από ό, τι θα έπρεπε. Οι μύθοι του Πλάτωνα υποδεικνύουν ενοράσεις αυτού του τύπου. Κι εδώ ξανά, η δραστηριότητα του καλλιτέχνη ή του στοχαστή μπορεί να λογισθεί ως εικόνα ( ή ως αναλογία) της, ή μιας περίπτωσης έστω, ηθικής ζωής. Τόσο βαθιά είναι τα καλολογικά στοιχεία στη ζωή, ώστε κάποιος δεν μπορεί πάντοτε να συνειδητοποιεί ή να γνωρίζει αν κάτι θεωρεί και παρουσιάζει τον εαυτό του ως αυτό που είναι ή ως ένα είδωλο, ως μία εικόνα. Είμαστε όλοι μας και καλλιτέχνες και στοχαστές. Είμαστε όλοι μας ποιητές. Όμως σίγουρα κάποιος θα βρεθεί να εκκενώσει αυτή την έννοια με μία τέτοια πραγμάτευση: Εάν είμαστε όλοι μας ποιητές, τότε τι γίνεται με τους αληθινούς ποιητές; Κατά περίεργο τρόπο, καταφέρνουμε να σκεφτόμαστε ανάλογα και χωρίς σύγχυση, καθώς φαίνεται ότι αυτός αποτελεί έναν πολύ συνηθισμένο τρόπο σκέψης. Παρέθεσα την Σιμόν Βέιλ νωρίτερα, πάνω στο θέμα της υπομονετικής προσοχής που περιμένει για τη βαθιά γνώση που ακόμη δεν έχει δοθεί. Ο καλλιτέχνης ή ο στοχαστής συγκεντρώνεται πάνω στο πρόβλημα, το συλλαμβάνει ως πρόβλημα διατηρώντας κάποιο βαθμό διαύγειας, και περιμένει. Κάτι γίνεται αντιληπτό ως εκεί το οποίο δεν είναι ακόμη γνωστό. Κατόπιν κάτι έρχεται, όπως πολλές φορές λέμε ασυναίσθητα – από το ασυνείδητο. Έρχεται σ’ εμάς μέσα από το μη-είναι σαν ανταμοιβή για τη στοργική προσοχή. Μια ανυπέρβλητη δυσκολία είναι ένας ήλιος. Η Σιμόν Βέιλ, μιλώντας για την ανάμνηση (ελληνικά στο κείμενο, σ.τ.μ.), την αποκαλεί «προσανατολισμό της ψυχής προς κάτι το οποίο κάποιος δεν γνωρίζει, αλλά του οποίου την πραγματικότητα, κάποιος ωστόσο γνωρίζει». Το κενό διάστημα, για να καταδιώξουμε μία (όχι τη μοναδική) εικόνα του θέματος, μπορεί να βρεθεί γεμάτο από μορφές, αναβράζουσες, κοχλάζουσες όπως ο Θεός του Έκχαρτ, ή όπως οι αμέτρητες θεϊκές μορφές από την Ινδία, των οποίων η πολλαπλότητα και η εξάπλωση σκανδαλίζουν τους κατά κανόνα περισσότερο αυστηρούς θρησκευόμενους του Βορρά. (Ίσως το «οπόσα» [οσοδήποτε πολλά] του Φίληβου 16d, όπως σημειώνεται από την Σιμόν Βέιλ στα Σημειωματάρια, σελ. 20). Η ενέργεια του προσεκτικού μελετητή ή του καλλιτέχνη, είναι ενέργεια πνευματική. Η ενέργεια του στερημένου ανθρώπου που προσπαθεί να επιβιώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ή της μητέρας που σκέφτεται τον εγκληματία γιο της (και ούτω καθ’ εξής), είναι ενέργεια πνευματική. Μεταχειρίζεται κανείς αυτή τη λέξη με κάποια συγκεκριμένη πρόθεση, για να σχηματίσει ορισμένες εικόνες, να εστιάσει την προσοχή πάνω σε ομοιότητες και να εξηγήσει και διαυγάσει το σκοτεινό μέσα από το οικείο. Ο Πλάτων ονομάζει την ενέργεια αυτού του τύπου Έρωτα, αγάπη. Ο Ζευς έγινε Έρως ώστε να δημιουργήσει τον κόσμο. Ο Παρμενίδης είπε ότι η Γένεσις (ο Δημιουργός) επινόησε τον Έρωτα πρώτο απ’ όλους τους θεούς. (Συμπόσιον, 178b). Ο Δημιουργός στον Τίμαιο εμπνέεται στο να δημιουργήσει από την αγάπη του προς το Αγαθό. Η συγκεντρωμένη προσοχή («φροντίδα αγάπης») διαχωρίζεται εύκολα από τις ομιχλώδεις μπερδεμένες αξεδιάλυτες καταστάσεις του νου όπου κανείς είναι ικανοποιημένος με μια δεύτερη εναλλακτική λύση. Αυτή η εναλλακτική λύση, το μη χείρον, θα έπρεπε να ανταλλαχτεί με το κενό. (Προσπάθησε ξανά. Περίμενε). Ενστικτωδώς γνωρίζουμε για την τελειότητα. Η τέχνη και η υψηλή σκέψη και η δύσκολη ηθική κρίση φανερώνονται ως δημιουργίες εκ του μηδενός (ex nihilo), ως χάρη. Ο Μένων συμπεραίνει ότι η αρετή δεν προέρχεται από τη φύση, ούτε είναι δυνατόν να διδαχθεί, αλλά επέρχεται από θεία νομή. Ο Κητς λέει ότι «αυτό που η φαντασία αιχμαλωτίζει σαν ομορφιά πρέπει να είναι αλήθεια, άσχετα από το εάν προϋπήρχε ή όχι». Πρέπει να είναι αλήθεια. Η Σιμόν Βέιλ παραθέτει τον Βαλερύ: «Το ορθό, μοναδικό και αιώνιο αντικείμενο της σκέψης είναι αυτό που δεν υπάρχει». Εδώ μπορούμε ίσως να βγάλουμε νόημα από την ιδέα της αγάπης για το καλό. «Στο υψηλότερό της σημείο, η αγάπη είναι η αποφασιστικότητα να δημιουργήσει το ον που έχει εκλάβει ως αντικείμενό της». Εδώ πράγματι, επανερχόμαστε στην Οντολογική Απόδειξη σε μια απλούστερη εκδοχή της, μια απόδειξη μέσα από την τελειότητα, μέσα από μια βεβαιότητα που προέρχεται από την αγάπη. Ο καλός καλλιτέχνης, ο αληθινός εραστής, ο αφοσιωμένος στοχαστής, ο ανιδιοτελής ηθικός παράγοντας που λύνει το πρόβλημά του: μπορούν να δημιουργήσουν το αντικείμενο της αγάπης. Το δόντι του σκύλου, όταν ειλικρινά τύχει σεβασμού, λάμπει από φως. Συγκρίνετε: ο Θεός δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο σκέψης παρά μονάχα ως αληθινός.

Η Πλατωνική σχέση ανάμεσα στα διαφορετικά επίπεδα της ψυχής, με την οποία το υψηλότερο ελέγχει το κατώτερο, δεν μπορεί να γίνει κατανοητή μέσα από έναν τρόπο που πρόσκειται στις θέσεις του Γιουνγκ, των Μανιχαίων ή του Ηράκλειτου. Υπάρχει ένα είδος «παραχώρησης» που εμπλέκεται στην, κατά τόσο πολλούς τρόπους φανερά «ρεαλιστική», εικόνα της διαιρεμένης ψυχής. Είμαστε διχασμένα πλάσματα που οφείλουμε να ελπίζουμε στην καλύτερη περίπτωση να ελέγξουμε, όχι να απομακρύνουμε, τις αρνητικές μας παρορμήσεις. Από την άλλη πλευρά, το όραμα της τελειότητας που τις καταδικάζει ως αρνητικές δεν είναι ποτέ απόν και δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει συμφωνία ανάμεσα στο καλό και στο κακό, πρόκειται για εχθρούς άσπονδους, και καταδικασμένους σε έναν ατελείωτο πόλεμο, όμως όχι με την έννοια του Ηράκλειτου. Δεν υπάρχει αρμονική ισορροπία μέσα από την οποία ανακαλύπτουμε ξαφνικά ότι το κακό αποτελεί απλώς μια «σκοτεινή πλευρά» που δεν είναι μονάχα ακίνδυνη για το καλό, παρά στην πραγματικότητα το επαυξάνει. Μπορεί να χρειάζεται να συμβιώσουμε με το κακό, όμως ωστόσο αυτό παραμένει κακό, κι εμείς συμβιώνουμε επίσης με την πραγματική δυνατότητα της βελτίωσης. Αυτή η Πλατωνική έμπνευση μοιάζει με την απολυταρχία του Καντ, που δεν αφήνει περιθώρια τέτοια ώστε κάποιος να μην έχει τα στοιχειώδη μέσα ώστε να γίνει και να παραμένει τέλεια ορθολογικός. Ο κοινός νους ίσως να διαμαρτύρεται ενάντια σε μια τέτοια απαίτηση. Εάν επιμείνουμε στο να κρατήσουμε αυτή την εικόνα, ίσως μας προσαφθεί το ότι διακηρύσσουμε μία θρησκευτική όψη του κόσμου. Αυτό θα αποτελούσε ένα σημείο στο οποίο, κατά τη συνέχεια που υπάρχει (όπως το βλέπω εγώ) ανάμεσα στην ηθική και τη θρησκεία, ίσως να αισθανόμασταν ότι έχουμε υπερβεί τα όρια. Το απόλυτο αίτημα παραμένει. Όπως το θέτει η Σιμόν Βέιλ, η έκθεση προς τον Θεό καταδικάζει το κακό μέσα μας, όχι σε πόνο παρά σε θάνατο: μια ρήση πάνω στην οποία αξίζει να σκεφτεί κανείς σε σχέση με μία ψυχολογία που ερευνά τις ηδονές του πόνου. Μια ρήση χαρακτηριστικά θρησκευτική. Ο Χριστιανικός Θεός έχει βρεθεί να συνιστά μια μορφή αξιαγάπητη, από πιστούς που απλώς και μόνο δεν τον φοβούνται. Ο Χριστός φυσικά και είναι αξιαγάπητος. (Το ίδιο και ο Πλατωνικός Σωκράτης). Ο Χριστός των μυστικών που συνιστά μια εικόνα του Καλού, είναι αξιαγάπητος. Το ότι μπορούμε να αγαπήσουμε και να αγαπάμε το Καλό και να κατευθυνόμαστε προς αυτό, είναι κάτι που πρέπει να μάθουμε από την εμπειρία μας, καθώς κινούμαστε αδιάλειπτα μέσα στο συνεχές και ομογενές μέσο ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Αυτή είναι και η καθημερινή μας ύπαρξη όπου η πνευματική ενέργεια, ο Έρως, βρίσκεται συνεχώς εν δράσει σε ποικίλα επίπεδα. Τα συναισθήματα και οι επιθυμίες μας είναι τόσο καλά όσο και τα αντικείμενά τους και τροποποιούνται διαρκώς σε σχέση με τα αντικείμενά τους. Αυτό που είναι καλό, εξαγνίζει την επιθυμία που το αναζητά, ο καλός αγαπημένος εξευγενίζει τον εραστή του. Δεν υπάρχει ανεξάρτητη θέληση ως πρωταρχική πηγή της αξίας. Υπάρχει μονάχα η εργασία του ανθρώπινου πνεύματος μέσα στο έλος της ύπαρξης μέσα στο οποίο πάντοτε, σε κάθε στιγμή βρίσκει τον εαυτό του βυθισμένο. Ζούμε σε έναν «ενδιάμεσο» κόσμο. Το Αγαθό, ως απόλυτο, υψηλότερα από το θάρρος και τη γενναιοδωρία και όλες τις πολλαπλές αρετές, πρέπει να ειδωθεί ως ασκίαστο και ξεχωριστό, μια πηγή αγνή, η αρχή που συνδέει δημιουργικά τις αρετές μεταξύ τους μέσα στον ηθικό μας βίο. Κατά το εικονοκλαστικό προσκύνημα, μέσα από την προοδευτική καταστροφή των εσφαλμένων εικόνων, βιώνουμε την απόσταση που μας χωρίζει από την τελειότητα και οδηγούμαστε στο να τοποθετήσουμε την ιδέα μας γι’ αυτήν, κατά μία έννοια μεταφορική, έξω από την ταραχή του υπάρχοντος είναι. Η έννοια τότε «επιβάλλεται πάνω μας». Η υπερβατική της απόδειξη προέρχεται από όλο τον κόσμο, απ’ όλη την υπερβολικά ποικίλη εμπειρία μας. Η Μορφή του Αγαθού, που εσωκλείεται εδώ όπως στο κάλεσμα του καθήκοντος στον Καντ, μπορεί να ειδωθεί σαν να διαφωτίζει ιδιαίτερες εικόνες καθώς εμφανίζονται βαθμιαία οι ειδικευμένες ηθικές αρετές και ενοράσεις στα απαιτούμενα ιδιαίτερα πρότυπά τους. Αυτός είναι ο τρόπος που τα φαινόμενα σώζονται και τα πρότυπα απελευθερώνονται, μέσα σ’ αυτό το φως. Το Αγαθό του Πλάτωνα μοιάζει με τον Λόγο του Καντ, όμως αποτελεί μια καλύτερη εικόνα, εφόσον, σε αντίθεση, και η λογική επίσης, εάν οφείλουμε να διατηρήσουμε οποιαδήποτε δύναμη μέσα στην έννοια, είναι ένα εξειδικευμένο όργανο. Το υπέρτατο Αγαθό δεν είναι ένα κενό δοχείο μέσα στο οποίο η αυθαίρετη επιθυμία τοποθετεί αντικείμενα της επιλογής της. Είναι κάτι που όλοι μας βιώνουμε ως μία δημιουργική δύναμη. Αυτό είναι η μεταφυσική, που στήνει μία εικόνα η οποία μετά προσφέρεται ως έκκληση προς όλους εμάς, ώστε να δούμε εάν δεν μπορούμε να βρούμε παρά αυτήν μονάχα μέσα στην πιο βαθιά μας εμπειρία. Η λέξη «βαθιά», ή όποια άλλη ανάλογη μεταφορά, θα βρει εδώ τη θέση της ως μέρος της ουσίας της έκκλησης. Από αυτή την άποψη, οι μεταφυσικές και οι θρησκευτικές εικόνες μοιάζουν μεταξύ τους.

*

Μπορούμε τώρα από εδώ να κοιτάξουμε πίσω στις Αποδείξεις του Άνσελμου και στη μεταξύ τους διάκριση που έχει κερδίσει το ενδιαφέρον σύγχρονων φιλοσόφων. Credo ut intellegam, πιστεύω ώστε να κατανοήσω, αυτό, αντιπροσωπεύει μια πίστη που γεννήθηκε έξω από την εμπειρία των σχέσεων μεταξύ της αλήθειας και του καλού. Ή, εάν κάποιος θέλει να προεκτείνει την εικόνα, έξω από την εμπειρία των εσωτερικών σχέσεων ανάμεσα στην αλήθεια και το καλό και τη γνώση και την ελευθερία, και (μπορούμε να προσθέσουμε) της ομορφιάς. Ο μεγάλος καλλιτέχνης φτιάχνει την ομορφιά από ανάγκη (απρόοπτο) όπως το θείο αίτιο πείθει το αναγκαίο αίτιο στον Τίμαιο. Η ομορφιά του κόσμου ως εικόνα υπακοής. Η προέκταση της εξίσωσης πηγαίνει μακρύτερα από τον Άνσελμο, όμως μέσα στο πνεύμα του. Αμέσως μόλις απομακρύνουμε την έννοια του Θεού, οι δύο Αποδείξεις συνεργάζονται μεταξύ τους. Η δεύτερη Απόδειξη, από την άποψη της αναγκαίας ύπαρξης, αποδεικνύει την (απαραίτητη) μη-ύπαρξη του Θεού, ως εκ τούτου, και με τη συνεργασία της, αφήνοντας το δρόμο ανοιχτό για την πρώτη Απόδειξη, από την άποψη της ιδέας της τελειότητας, να «αποδείξει» ή να υποδείξει την πραγματική, με έναν τρόπο μοναδικό, ύπαρξη του καλού. Κανένα πράγμα που υπάρχει δεν θα μπορούσε να είναι αυτό που έχουμε εννοήσει με την ιδέα του Θεού. Κάθε υπάρχων Θεός θα ήταν λιγότερο από Θεός. Ένας Θεός που υπάρχει θα ήταν ένα είδωλο ή ένας δαίμων. (Αυτό βρίσκεται κοντά στη σκέψη του Καντ). Ο Θεός ούτε υπάρχει, ούτε μπορεί να υπάρξει. Όμως αυτό που μας οδήγησε να συλλάβουμε την ιδέα του υπάρχει πραγματικά και βιώνεται και γίνεται αντικείμενο της φαντασίας συνεχώς. Αυτό σημαίνει ότι είναι αληθινό ως Ιδέα, και ότι επίσης ενσαρκώνεται στη γνώση, την εργασία και την αγάπη. Αυτή είναι η αληθινή έννοια της ενσάρκωσης, και δεν πρόκειται για κάτι σκοτεινό. Βιώνουμε ταυτόχρονα και την πραγματικότητα της τελειότητας και την μακρινή της απόσταση, κι αυτό μας οδηγεί να τοποθετήσουμε την ιδέα που έχουμε γι’ αυτήν έξω από τον κόσμο του υπαρκτού, ως κάτι που ανήκει σε κάποιο διαφορετικό, μοναδικό και εξαιρετικό είδος. Μια τέτοια εμπειρία της πραγματικότητας του αγαθού δεν συνιστά κάποιο αυθαίρετο και κατηγορηματικό καταφύγιο για την ίδια μας τη θέληση. Πρόκειται για μία ανακάλυψη ενός πράγματος ανεξάρτητου από εμάς, όπου αυτή η ανεξαρτησία είναι ουσιώδης. Εάν διαβάσουμε σωστά αυτές τις εικόνες, δεν είναι μονάχα διαφωτιστικές και βαθιές αλλά ισοδυναμούν με μια έκθεση πίστης που οι περισσότεροι άνθρωποι κρατούν χωρίς καμία στοχαστικότητα. Οι άνθρωποι που δεν ανήκουν στους φιλοσοφικούς κύκλους δεν σκέπτονται ότι επινοούν το καλό. Μπορεί να επινοούν τις ίδιες τους τις δραστηριότητες, όμως το καλό βρίσκεται κάπου αλλού, σαν ένας ανεξάρτητος κριτής τους. Το καλό είναι επίσης κάτι το καθαρά ορατό και αναμφισβήτητα αποκαλυπτόμενο στην καθημερινή μας και καθόλου μυστηριώδη εμπειρία της υπέρβασης, την σταδιακά φωταγωγούσα και εμπνέουσα ανακάλυψη του άλλου, την θετική εμπειρία της αλήθειας, που έρχεται προς εμάς αδιάλειπτα και υπό ισχνή μορφή και που έρχεται στους περισσότερους από εμάς κάποιες φορές υπό ισχυρή μορφή (μέσα στην τέχνη, στην αγάπη, στην εργασία ή μέσα από τη φύση, καθώς την αντικρίζουμε) και που παραμένει μαζί μας σαν ένα μέτρο ή ένα όραμα, ένας προσανατολισμός, μία απόδειξη εκείνου που είναι δυνατό να γίνει και μια προοπτική εκείνου που ίσως. Δεν βλέπω εδώ καμία ανάγκη κανενός δραματικού εθελοντικού «δρόμου» που θα έπρεπε να μας επιβληθεί από τους θεολόγους. Ο κανονικός, ο συνηθισμένος δρόμος είναι ο δρόμος. Δεν είναι υπό αυτή την έννοια που η θεολογία και ο προσκείμενος σ’ αυτήν «μυστικισμός» που την καθιστούν μία προσβάσιμη εμπειρία. Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε πως η «απόδειξη» μοιάζει με το Καρτεσιανό cogito στο ότι αποτελεί μια ενστικτώδη κίνηση που μπορούμε να υποκινήσουμε τον εαυτό μας να διαπράξει, μία απόδειξη μέσα από την ηθικότητα και την αγάπη, όχι μέσα από τη λογική. Καθώς αυτό αποτελεί μία σαφώς αντανακλαστική βαθιά γνώση είναι κάτι που μπορούμε να καλέσουμε προς βοήθειά μας σε καιρούς ηθικής δυσκολίας, όπως όταν οι πιστοί μπορεί να προσευχηθούν με ιδιαίτερη θέρμη προς το Θεό. Αλλά η γενική μας συναίσθηση για το καλό, ή για την αρετή βρίσκεται μαζί μας χωρίς την απαίτηση κάποιου στοχασμού, και μάλιστα κατά τρόπο συνεχή, όπως η αίσθηση της παρουσίας του Θεού, ή τουλάχιστον της ύπαρξής του, που διακατείχε συνήθως όλους τους κάθε είδους πιστούς. Η απόδειξη αφορά την μοναδική φύση της ηθικής τελειότητας, αντιπαρατεθειμένης με τη σχετική ως μέσο-προς επίτευξη-κάποιου σκοπού, (υποθετική) «τελειότητα» των υπαρκτών πραγμάτων. Εύκολα διαχωρίζουμε τις ηθικές από τις λειτουργικές χρήσεις του «καλού», και κατά την ορολογία του Καντ, αναγνωρίζουμε κατηγορικές προσταγές. Ο Καντ έχει δίκιο να εστιάζει την προσοχή πάνω στην εμπειρία μας της αναγνώρισης του καθήκοντος, παρόλο που κι αυτός επίσης τοποθετεί το λόγο πέρα από την εμπειρία. Μια εικόνα της ανθρωπότητας πρέπει να αποδίδει την πεπτωκότα φύση της. Πρέπει να κρατάμε συνεχώς μέσα μας τη θέα της απόστασης ανάμεσα στο καλό και στο κακό, και την δυνατή ακρότητα του κακού. Είμαστε αναπόδραστα ατελείς, η αρετή δεν αποτελεί ένα μόνιμα ενεργό οργανικό μέλος των επιθυμιών, των επιδιώξεων και των σκοπών μας. Οσοδήποτε καλή και να είναι μία ζωή, περιλαμβάνει την ηθική αποτυχία. Αυτό είναι μια εμπειρική υπόθεση, ή μία ταυτολογία ή μία συνθετική πρόταση a priori; Ας το αφήσουμε καλύτερα όπως έχει: ας παραμείνει μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο μια μεταφυσική εικασία. Υποβάλλεται βέβαια πανταχού από την εμπειρία και είναι αρκετά αληθινή ώστε να επιδειχθεί σαν θεμελιώδης, αυτή η αίσθησή μας για το αμιγώς καλό, ως η αίσθηση ενός πράγματος που βρίσκεται κατά βάση πέρα από εμάς. Οι μεγάλοι άγιοι και οι ενσαρκώσεις μπορεί, σ’ αυτή την εποχή επίσης και στο μέλλον, να ζουν μαζί μας σαν μυστήρια, σαν μυθικά μυστικά υποδείγματα και λυτρωτές. Η αλήθεια, το φως που δίνουν, «ρέει ελεύθερο» από αμφίβολες λεπτομέρειες και δεν βρίσκεται στο έλεος της ιστορίας. Όταν, στην καθημερινή ζωή, διασωθούμε ή αλλάξουμε από μια συνάντηση με ένα πολύ καλό άνθρωπο, δεν συμπεραίνουμε ότι αυτός είναι αναμάρτητος. Με ενσαρκώσεις ή όχι, συνεχώς μας υπενθυμίζεται ο φυσικός μας εγωισμός και οδηγούμαστε στο να κοιτάξουμε τις σκέψεις και τις πράξεις μας σαν να διεξάγονται κάτω από μία κρίση που δεν αποτελεί ένα φυσικό κομμάτι του εαυτού μας. Μπορούμε να σκεφτούμε αποτινάζοντας την ιδέα του «ηθικού», την ιδέα της εξουσίας του καλού, από την ανθρώπινη ζωή;
Αποστόλου Παύλου, Προς Ρωμαίους Επιστολή δ’ 17: «του ζωοποιούντος τους νεκρούς, και καλούντος τα μη όντα ως όντα». Ο Καρλ Μπαρτ σχολιάζει: «Η πίστη διακρίνει τη ζωή και την ύπαρξη εκεί όπου ο άνθρωπος του κόσμου δεν βλέπει τίποτε εκτός από το θάνατο και τη μη ύπαρξη όπου διακρίνει ρωμαλέα ζωή… Οι ζωντανοί πρέπει να πεθάνουν ώστε οι νεκροί να μπορέσουν να έρθουν στη ζωή. Τα πράγματα που υπάρχουν πρέπει να ειδωθούν σαν να μην υπήρχαν, ώστε τα πράγματα που δεν υπάρχουν να μπορέσουν να ονομαστούν σαν να υπήρχαν… Μια παρόμοια πίστη εμφανίζεται στην μεθόριο της φιλοσοφίας του Πλάτωνα, της τέχνης του Γκρούνεβαλντ και του Ντοστογιέφσκι, καθώς και της θρησκείας του Λούθηρου». Εδώ βρίσκουμε το όνομα του Πλάτωνα με ενδιαφέρουσα συντροφιά.

[…]

Μια παλιότερη και μισοτελειωμένη απόπειρα μετάφρασης

Νιλς Λίνε

Jens Jacobsen

Κεφάλαιο Ι

Είχε τα σπινθηροβόλα μαύρα μάτια των Μπλίντερ και ευθύγραμμα, τονισμένα με μολύβι φρύδια. Είχε την καλοσχηματισμένη μύτη τους, το δυναμικό τους πηγούνι και γεμάτα, χείλη καμπυλωτά. Είχε επίσης κληρονομήσει τις παράξενες γραμμές, μισο-θλιβερές, μισο-αισθησιακές, στις γωνιές του στόματός της, κι εκείνες τις νευρικές κινήσεις του κεφαλιού, το μάγουλό της ήταν όμως χλωμό, τα μαλλιά της απαλά σαν μετάξι και προσαρμοζόντουσαν μαλακά και χαριτωμένα στο περίγραμμα του κεφαλιού της.
Οι Μπλίντερ δεν ήταν έτσι. Τα χρώματά τους ήταν το κόκκινο και το χρώμα του χαλκού. Τα μαλλιά τους ήταν τραχιά και σγουρά – πυκνά σαν χαίτη. Και είχαν γεμάτες, βαθιές, ευπροσάρμοστες φωνές, που προσέδιδαν κάθε έρεισμα στις οικογενειακές τους παραδόσεις των θορυβωδών κυνηγετικών τους ομάδων, των επίσημων πρωινών τους προσευχών και των αμέτρητων ερωτικών περιπετειών των προγόνων τους.
Όμως η φωνή της ήταν άτονη και άψυχη.
Μιλώ για κείνη σαν να είχε την ηλικία των δεκαεπτά. Μερικά χρόνια αργότερα, όταν παντρεύτηκε, η φωνή της ήταν περισσότερο γεμάτη, το χρώμα στα μάγουλά της πιο φρέσκο και τα μάτια της είχαν γίνει περισσότερο νωθρά, όμως έμοιαζαν, ταυτόχρονα, μεγαλύτερα και βαθύτερα σε χρώμα.
Στα δεκαεπτά της ήταν ήδη διαφορετική από τους αδερφούς και τις αδερφές της, και κανένας ισχυρός δεσμός δεν υπήρχε ανάμεσα σ’ αυτή και τους γονείς της. Οι Μπλίντερ ήταν ένα γένος πρακτικό, κι έπαιρναν τη ζωή όπως ερχόταν. Έκαναν τη δουλειά τους, κοιμόντουσαν όσο ήταν να κοιμηθούν, και ουδέποτε δεν έμπαινε στο μυαλό τους η ιδέα να αναζητήσουν άλλη ή κάποια περαιτέρω διασκέδαση από τη γιορτή στο τέλος της σοδειάς και τρεις ή τέσσερις συντροφιές χριστουγεννιάτικες. Δεν ήταν φλογερά θρησκευόμενοι, αλλά θα προτιμούσαν να σκεφτούν να μην πληρώσουν τους φόρους τους παρά να μην αποδώσουν στο Θεό τα πράγματα που ήταν του Θεού. Κι έτσι έλεγαν τις βραδινές τους προσευχές, πήγαιναν στην εκκλησία στις μεγάλες γιορτές, τραγουδούσαν τους ψαλμούς τους την Παραμονή των Χριστουγέννων και κοινωνούσαν δύο φορές το χρόνο. Ούτε κι εραστές της γνώσης ήταν. Κι όσο για την αίσθησή τους για την ομορφιά, δεν έμεναν με κανένα τρόπο αναίσθητοι σε συναισθηματικά τραγουδάκια, και όταν ερχόταν το καλοκαίρι και το χορτάρι γινόταν παχύ και άφθονο στα λιβάδια και το καλαμπόκι ανέμιζε στους πλατύς αγρούς, έλεγαν συχνά ο ένας στον άλλο ότι αυτή θα ήταν θαυμάσια στιγμή για να κάνουν κάπου ένα ταξίδι. Όμως δεν είχαν φύση ιδιαίτερα ποιητική, η ομορφιά δεν τους μεθούσε και ήξεραν ελάχιστα από ακαθόριστες νοσταλγίες όσο και από τα όνειρα της αγρύπνιας.
Αλλά αλλιώς ήταν με την Μπαρτολίν. Δεν έδειχνε το παραμικρό ενδιαφέρον για θέματα που σχετίζονταν με το στάβλο και τους αγρούς, κανένα ενδιαφέρον για τη γαλακτοκομική και τα οικιακά – τίποτε απολύτως.
Λάτρευε την ποίηση.
Ζούσε με ποίηση, ονειρευόταν με ποίηση και πίστευε σ’ αυτήν όσο σε τίποτε άλλο σχεδόν.
Οι γονείς, οι αδερφοί και οι αδερφές της, οι γείτονες και οι γνωστοί, δεν έλεγαν ποτέ κάτι που ν’ άξιζε να το ακούσει, κι αυτό γιατί οι σκέψεις τους σπάνια ξέφευγαν από τα επίγεια ή τις δουλειές που είχαν να κάνουν καθόσον η ματιά τους πλανιόταν μονάχα πάνω στα γεγονότα και τις καταστάσεις που τους αφορούσαν άμεσα.
Όμως η ποίηση από την άλλη! Για κείνη ήταν γεμάτη από καινούργιες σκέψεις και βαθιές αλήθειες για τη ζωή έξω στον κόσμο, όπου η θλίψη είναι μαύρη και η χαρά είναι κόκκινη. Ακτινοβολούσε εικόνες, άφριζε και σπίθιζε με ρυθμό και πάχνη: είχε να κάνει πάντα με νέα κορίτσια, και τα νέα κορίτσια ήταν ευγενή και όμορφα, πόσο πολύ δεν ήξεραν ούτε οι ίδιες. Οι καρδιές τους και ο έρωτάς τους βρίσκονταν πιο ψηλά απ’ όλα τα πλούτη του κόσμου, και οι άντρες τους φέρονταν με τη μεγαλύτερη τρυφερότητα, τις κρατούσαν ψηλά μεσ’ τις ηλιαχτίδες της ευτυχίας, τις τιμούσαν και τις λάτρευαν, ήταν περήφανοι να μοιράζονται μαζί τους τις σκέψεις και τα σχέδιά τους, τους θριάμβους και τη φήμη τους, και επέμεναν, επιπλέον, πως κανείς άλλος έξω από αυτές τις τυχερές κοπέλες δεν ενθάρρυνε τα σχέδια ώστε να κατακτηθούν οι επιτυχίες.
«Και γιατί να μη γινόμουν ένα τέτοιο κορίτσι κι εγώ; Αυτές είναι αυτό κι εκείνο και δεν το ξέρουν. Πώς εγώ να ξέρω τι είμαι;» Έτσι συχνά θα μονολογούσε. Γιατί οι ποιητές έλεγαν καθαρά πώς αυτή ήταν η ζωή, και ότι το ράψιμο και το πλέξιμο, οι δουλειές του σπιτιού καθώς και οι ηλίθιες επισκέψεις δεν ήταν ζωή με τίποτε.
Αυστηρά μιλώντας, δεν υπήρχε πραγματικά κάτι σ’ αυτό από την κάπως νοσηρή επιθυμία να αποκτήσει επίγνωση του εαυτού της, την προσπάθεια να συνειδητοποιήσει τον εαυτό της, που τόσο συχνά ξυπνά σ’ ένα νεαρό κορίτσι με περισσότερο ταλέντο από το συνηθισμένο, όμως η ατυχία ήταν ότι δεν υπήρχε ούτε μία ανώτερη φύση σ’ ολόκληρο τον κύκλο των γνωριμιών της μέσα από την οποία θα μπορούσε ίσως να μετρήσει τα δικά της, τα ίδια της τα χαρίσματα. Δεν υπήρχε ούτε καν μία φύση όμοια, ταιριαστή, οπότε και άρχισε να θεωρεί τον εαυτό της κάτι το εξαιρετικό και ξεχωριστό, ένα είδος τροπικού φυτού χαντακωμένου κάτω από έναν άξενο ουρανό που μπορούσε να κάνει μονάχα μια θλιβερή απόπειρα να ξεδιπλώσει τα φύλλα του, ενώ σε κάποιο θερμότερο κλίμα, κάτω από έναν ήλιο λαμπρότερο θα είχε πετάξει λεπτούς μίσχους, στεμμένους με μια πλούσια κι ακτινοβόλο παράθεση λουλουδιών. Εκείνο, σκεφτόταν, ήταν η αληθινή της φύση. Εκείνο ήταν που το κατάλληλο περιβάλλον θα έπλαθε από αυτή. Κι ονειρευόταν χίλια όνειρα για κείνα τα ηλιόλουστα μέρη κι έλιωνε από επιθυμία για τον αληθινό, πλούσιο εαυτό της, ξεχνώντας αυτό που τόσο εύκολα ξεχνά κανείς, ότι ακόμη και τα αγνότερα όνειρα, ακόμη και οι πιο βαθιοί πόθοι, δεν προσθέτουν ούτε ένα έσχατο εκατοστό στο ανάστημα της ανθρώπινης ψυχής.

Ύστερα, μια ωραία πρωία, κάποιος ήρθε να την κορτάρει.
Ο νεαρός Λίνε από το Λένμποργκορ – ήταν αυτός – ήταν ο τελευταίος αρσενικός αντιπρόσωπος κάποιας οικογένειας που επί τρεις ολόκληρες γενιές είχε υπάρξει μία από τις περισσότερο πνευματικές στην επαρχία. Στα ύστερα χρόνια τους, οι Λίνε υπηρετούσαν το βασιλιά και τη χώρα τους δραστήρια και αξιέπαινα σαν δήμαρχοι, αρχηγοί αστυνομίας, ή βασιλικοί επίτροποι και είχαν συχνά τιμηθεί με τον τίτλο του Σύμβουλου Δικαιοσύνης. Στις μέρες της νιότης τους ταξίδευαν μεθοδικά διασχίζοντας τη Γαλλία και τη Γερμανία, εμπλουτίζοντας τον επιδεκτικό νου τους με τις πληροφορίες, τις καλλιτεχνικές απολαύσεις και τις καινούργιες εμπειρίες που οι ξένες χώρες τους πρόσφεραν τόσο πλούσια. Και όταν επέστρεφαν στο σπίτι, αυτά τα χρόνια της εξορίας δεν στοιβάζονταν στην άκρη μαζί με άλλες παλιές αναμνήσεις, όπως βάζουμε στην άκρη την ανάμνηση ενός χορού ή κάποιας σύναξης όταν το τελευταίο δαδάκι έχει εκπνεύσει κι ο τελευταίος ήχος έχει σβήσει μακριά – όχι, η ζωή τους στο σπίτι ήταν χτισμένη πάνω σ’ αυτά τα χρόνια, και τα ενδιαφέροντα που τους είχαν ξυπνήσει δεν επιτρεπόταν να πέσουν σε παρακμή, αλλά διατηρούνταν κι αναπτύσσονταν με κάθε μέσο που υπήρχε στη διάθεσή τους. Διαλεχτές γκραβούρες, ακριβά μπρούτζινα, τα έργα των Γερμανών ποιητών, Γαλλικά νομικά δοκίμια και Γαλλική φιλοσοφία αποτελούσαν καθημερινά πράγματα και θέματα στο σπίτι των Λίνε.
Όσον αφορά τη συμπεριφορά τους, κινιόντουσαν με μια παλιομοδίτικη άνεση και μια σεμνή προσήνεια που ερχόταν συχνά σε αντίθεση κατά τρόπο παράδοξο με την αδέξια αξιοπρέπεια και την άχαρη μεγαλοφροσύνη των γειτόνων τους. Η ομιλία τους ήταν καλοδιατυπωμένη και λεπτοσμιλεμένη, μολονότι, πρέπει να παραδεχτεί κανείς, αρκετά επιτηδευμένα ρητορική. Όμως πόσο ωραία ταίριαζε σ’ αυτές τις ευρείες, ψηλές μορφές με τα σηκωμένα, αψιδωτά τους μέτωπα, τα πυκνά, σγουρά μαλλιά τους, τα φρύδια που φύτρωναν απαλά, τα ευγενικά χαμογελαστά τους μάτια και τις καλοσχηματισμένες, ελαφρά γαμψές τους μύτες! Το κάτω μέρος του προσώπου ωστόσο, ήταν υπερβολικά βαρύ. Το στόμα ήταν πολύ πλατύ και τα χείλη πολύ παχιά.
Κι όπως αυτά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ήταν λιγότερο εμφανή στον νεαρό Λίνε, έτσι επίσης και η ευφυία του έμοιαζε νάχει αποκάμει, και τα όποια προβλήματα της διανόησης ή όποιες άλλες σοβαρές καλλιτεχνικές απολαύσεις έρχονταν στο δρόμο του απείχαν πολύ από το να του ξυπνήσουν οποιοδήποτε είδος ενθουσιασμού ή φιλοδοξίας εντός του. Ασχολιόταν μαζί τους καταβάλλοντας μια ευσυνείδητη προσπάθεια που δεν ισοσκελιζόταν από καμία ηδονή μέσα από το αίσθημα ότι οι ικανότητές του είχαν τεθεί σε κίνηση, ούτε αμειβόταν καθόλου από κάποια υπερήφανη αίσθηση αυτοεκτίμησης όποτε αποδεικνυόταν ότι οι ικανότητες αυτές ήταν ανάλογες με το εγχείρημα. Η μόνη αμοιβή που απολάμβανε ήταν η ικανοποίηση του να έχει προσπαθήσει.
Είχε πρόσφατα κληρονομήσει το υποστατικό του Λένμποργκ από κάποιο θείο, και, θέλοντας να εποπτεύει ο ίδιος τη διαχείριση της περιουσίας του, επέστρεψε από το παραδοσιακό ταξίδι στο εξωτερικό. Οι Μπλίντερ ήταν οι πλησιέστεροι γείτονες, και καθόσον ο θείος του διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την οικογένεια, τους επισκέφτηκε, είδε τη Μπαρτολίν και την ερωτεύτηκε.
Το να τον ερωτευτεί κι εκείνη ήταν σχεδόν μονάχα ένα φυσικό επακόλουθο.
Επιτέλους κάποιος είχε έρθει από αυτόν τον έξω κόσμο, κάποιος που είχε ζήσει σ’ εκείνες τις μεγάλες πόλεις μακριά, όπου δάση από πύργους και καμπαναριά έστεκαν βγαλμένα προς τον ηλιόλουστο ουρανό. Όπου ο αέρας ανατρίχιαζε από τις κωδωνοκρουσίες, το ξέσπασμα των αρμονίων και τους οξείς, κοφτούς ήχους του μαντολίνου. Όπου αστραφτερές παρελάσεις, λαμπροστολισμένες με χρυσό και χρώματα, ελίσσονταν ανάμεσα στους φαρδείς δρόμους. Όπου μαρμάρινα παλάτια
λαμποκοπούσαν, και οι ποικιλόχρωμοι θυρεοί υπερήφανων οικογενειών κρέμονταν σε ζεύγη πάνω από ψηλές, επιβλητικές πύλες, ενώ οι βεντάλιες σπίθιζαν και τα πέπλα φτερούγιζαν επάνω στους εξώστες. Εδώ βρισκόταν κάποιος που είχε περιπλανηθεί μέσα σ’ αυτούς τους τόπους όπου στρατοί κατακτητών είχανε βίαια εισβάλλει. Όπου μάχες τρανές είχαν ντύσει τα λιβάδια και τα χωριά με αθάνατη δόξα. Όπου ο καπνός από τις φωτιές των τσιγγάνων ανέβαινε αργά πάνω από τις κορυφές των δέντρων τους δάσους, και κοκκινωπά ερείπια κοιτούσαν χαμηλά από τα τυλιγμένα με αμπελώνες υψίπεδά τους πάνω στις χαμογελαστές κοιλάδες. Όπου ο τροχός του μύλου μουρμούριζε και κοπάδια με το ελαφρό τους κουδούνισμα επέστρεφαν στο σπίτι περνώντας από γέφυρες με ψηλά τόξα.
Της είπε για όλα αυτά τα πράγματα, όχι όπως το έκαναν οι ποιητές, αλλά με μία πολύ περισσότερο πειστική πραγματικότητα, και μιλούσε γι’ αυτά με την ίδια οικειότητα όπως εκείνοι γύρω της μιλούσαν για τις γειτονικές πόλεις και ενορίες. Μιλούσε επίσης, για ζωγράφους και ποιητές και αινούσε στους ουρανούς ονόματα που εκείνη δεν είχε ποτέ της ακούσει. Της έδειχνε τους πίνακές τους και διάβαζε μαζί της την ποίησή τους κάτω στον κήπο του λόφου, απ’ όπου μπορούσαν να κοιτούνε μακριά πάνω από την αστραφτερή επιφάνεια του φιόρδ – ένα από αυτά τα βαθιά λιμανάκια που σχημάτιζε η θάλασσα – και το κυμάτισμα του θαμνότοπου. Ο έρωτας τον έκανε ποιητικό, και εκείνα που τους περιέβαλλαν γινόντουσαν όμορφα. Τα σύννεφα γινόντουσαν εκείνα τα σύννεφα που πλανιόνταν μέσα στα ποιήματα, και τα δέντρα στον κήπο έφεραν το ίδιο εκείνο βαρύ φύλλωμα που θρόιζε τόσο γοερά μέσα στις μπαλάντες.
Η Μπαρτολίν ήταν ευτυχισμένη, γιατί ο έρωτάς της μεταμορφωνόταν μέρα και νύχτα σε μια σειρά από καταστάσεις ποιητικές. Έτσι, ήταν ποίηση όταν κατηφόριζε το μονοπάτι για να τον συναντήσει, η συνάντηση ήταν ποίηση, η αναχώρηση, επίσης. Ήταν ποίηση όταν στεκόταν στο λόφο μέσα στο μεγαλείο του ήλιου που έδυε για να τον χαιρετήσει μ’ ένα τελευταίο αντίο, και μετά θλιμμένη, αλλά όμως ευτυχής, πήγαινε στο μοναχικό της δωμάτιο για να τον σκεφτεί ανενόχλητη. Κι όταν προσευχόταν γι’ αυτόν στη βραδινή της προσευχή, κι αυτό, επίσης, ήταν ποίηση.
Δεν είχε πια ακαθόριστες επιθυμίες και πόθους όπως άλλοτε. Αυτή η καινούργια ζωή με τις ποικίλες διαθέσεις της ήταν αρκετή για κείνη, και οι σκέψεις της, οι απόψεις της αναπτυσσόταν καθαρότερες μέσα από το να έχει κάποιον με τον οποίο μπορούσε να είναι τελείως ανεπιφύλακτη χωρίς το φόβο μήπως παρεξηγηθεί.
Είχε αλλάξει επίσης κι από μια άλλη άποψη: η ευτυχία την έκανε περισσότερο τρυφερή προς τους γονείς, τους αδερφούς και τις αδερφές της, κι ανακάλυψε ότι ήταν στην πραγματικότητα περισσότερο συνετοί και ότι είχαν περισσότερο αίσθημα απ’ όσο είχε πιστέψει.
Κι έτσι παντρεύτηκαν.
Ο πρώτος χρόνος έμοιαζε πολύ με την εποχή της μνηστείας, όμως καθώς η ένωση εξελισσόταν, ο Λίνε δεν μπορούσε να κρύψει πια από τον εαυτό του ότι είχε αρχίσει να κουράζεται από το να δίνει συνέχεια καινούργια έκφραση στον έρωτά του, από το να είναι πάντα τυλιγμένος μέσα στο φτέρωμα της ποίησης και από το να κρατά τα φτερά του πάντοτε ανοιχτά, έτοιμα για πτήση μέσα από όλους τους αιθέρες των διαθέσεων και όλα τα βάθη της σκέψης. Ήθελε πολύ να καθίσει στο κλαράκι του ήρεμος και σιωπηλός, και υπναλέα να κρύψει το κουρασμένο του κεφάλι στο μαλακό πούπουλο κάτω απ’ το φτερό. Δεν μπορούσε να σκεφτεί τον έρωτα σαν μια παντοτινά τρεμουλιαστή φλόγα που άναβε όλα τα ειρηνικά μύχια της ύπαρξης με το φοβερό της, ασταθές, εκτυφλωτικό της φως, κάνοντας τα πάντα να φαίνονται μεγαλύτερα και περισσότερο παράξενα απ’ ό,τι ήταν – για κείνον ο έρωτας έμοιαζε περισσότερο με τη χόβολη που λάμπει απαλά, που κάνει να ξεπηδά μια σταθερή θέρμη από το μαλακό της στρώμα στάχτης, ρίχνοντας ένα πέπλο στα μακρινά αντικείμενα σ’ ένα λυκόφως μαλακό και κάνοντας όσα βρίσκονται σε εγγύτητα διπλά κοντινά και διπλά χαρμόσυνα.
Είχε κουραστεί – εξαντληθεί. Δεν μπορούσε ν’ αντέξει άλλο όλη αυτή την ποίηση. Ποθούσε το συμπαγές έδαφος της καθημερινής ζωής, όπως ένα ψάρι που ασφυκτιώντας στο θερμό αέρα, πρέπει να ποθεί την καθαρή, ολόδροση ψύχρα των κυμάτων. Θα ‘πρεπε να τελειώσει, να σταματήσει, να πάψει. Όσον αφορά τη ζωή και τα βιβλία, η Μπαρτολίν δεν ήταν πλέον άπειρη. Είχε εξοικειωθεί τόσο μαζί τους, όσο κι αυτός ο ίδιος. Της είχε δώσει όλα όσα είχε κι όμως, ακόμη έπρεπε να συνεχίσει να δίνει. Ήταν αδύνατο. Δεν είχε τίποτε άλλο. Η μοναδική του παρηγοριά ήταν ότι η Μπαρτολίν θα γινόταν σύντομα μητέρα.
Για ένα μεγάλο διάστημα, η Μπαρτολίν παρατηρούσε με περίσκεψη ότι είχε αρχίσει να βλέπει τον Λίνε από μια διαφορετική οπτική, και ότι αυτός δεν στεκόταν πια σ’ εκείνα τα ιλιγγιώδη ύψη όπου τον είχε τοποθετήσει κατά τη διάρκεια του αρραβώνα τους. Δεν αμφισβητούσε ακόμη το γεγονός ότι ήταν αυτό που εκείνη αποκαλούσε φύση ποιητική, όμως ένοιωθε αμήχανα, γιατί η πρόζα και το πεζό είχε από τώρα και στο εξής αρχίσει να δείχνει την οπλή του. Επιδίωκε να κυνηγά την ποίηση περισσότερο ένθερμα από ποτέ, και μοχθούσε να αποκαταστήσει την παλιά τάξη πραγμάτων κατακλύζοντάς τον με ένα ακόμη μεγαλύτερο όργιο διαθέσεων, μια συναισθηματική αφθονία, με ακόμη περισσότερη έκσταση, όμως συναντούσε μια ανταπόκριση τόσο μικρή, ώστε ακόμη και στον ίδιο της τον εαυτό έδειχνε θιγμένη κι ευσυγκίνητη. Για κάποιο καιρό, ωστόσο, προσπάθησε να σύρει τον απρόθυμο Λίνε ξωπίσω της. Δεν επρόκειτο να πιστέψει εκείνο που υποπτευόταν, αλλά όμως, όταν επιτέλους το άκαρπο των μόχθων της άρχισε να γεννά αμφιβολίες στο μυαλό της όσον αφορούσε το αν η δική της η καρδιά και η δική της η ψυχή περιείχαν πραγματικά τόσο πλούτο όσο είχε πιστέψει, τον άφησε ξαφνικά ήσυχο, κι έγινε ψυχρή, σιωπηλή και συγκρατημένη, κι επιζητούσε τη μοναξιά για να θρηνήσει εν ειρήνη πάνω στις θρυμματισμένες της αυταπάτες. Γιατί τώρα έβλεπε ότι είχε πικρά εξαπατηθεί, κι ότι ο Λίνε δεν ήταν στο βάθος καθόλου διαφορετικός από το παλιό της περιβάλλον κι εκείνο που την είχε παραπλανήσει ήταν το απόλυτα φυσιολογικό γεγονός, ότι ο έρωτάς του – κι αυτό είναι κάτι που συμβαίνει τόσο συχνά με τις κοινές ανθρώπινες φύσεις – τον είχε περιβάλλει για ένα σύντομο διάστημα με μια εφήμερη άλω, ένα φωτοστέφανο παροδικό, διανόησης και μεγαλοσύνης.
Ο Λίνε ήταν ταυτόχρονα θλιμμένος και αμήχανος μ’ αυτήν την αλλαγή στη σχέση τους, και πάσχιζε να εξομαλύνει την κατάσταση με ατυχείς προσπάθειες επιστροφής στις παλιές τους ακραίες, υπερβολικές τους πτήσεις. Όμως αυτό χρησίμευε μονάχα στο να δείξει στην Μπαρτολίν ακόμη περισσότερο καθαρά πόσο μεγάλο είχε σταθεί το σφάλμα της.
Κι αυτή ήταν η κατάσταση των πραγμάτων ανάμεσά τους όταν η Μπαρτολίν έφερε το πρώτο της παιδί στον κόσμο. Ήταν αγόρι και το βαφτίσανε Νιλς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ

Μέχρι κάποιο βαθμό, το παιδί έφερε τους γονείς πάλι κοντά, γιατί πάντοτε συναντιόντουσαν δίπλα στη μικρή του κούνια με κοινές ελπίδες, κοινές χαρές και κοινές αγωνίες. Το σκεφτόντουσαν και μιλούσαν γι’ αυτό με την ίδια ετοιμότητα, την ίδια συχνότητα, και καθένας τους ήταν το ίδιο ευγνώμων στον άλλο για το παιδί, για την ευτυχία που έφερε και την αγάπη που είχε εμπνεύσει.
Όμως υπήρχε ακόμη ένα ευρύ χάσμα ανάμεσά τους.
Ο Λίνε ήταν ολοκληρωτικά απορροφημένος με τις γεωργικές ασχολίες και τα τοπικά ζητήματα, χωρίς ωστόσο να αναλαμβάνει το ρόλο ενός ηγέτη προβάλλοντας τη νοοτροπία ενός μεταρρυθμιστή. Ευσυνείδητα από την πλευρά του, εξοικειώθηκε με την υπάρχουσα κατάσταση των πραγμάτων, τα παρακολουθούσε σαν γεμάτος ενδιαφέρον θεατής, ή εισχωρούσε επιφυλακτικά στις διάφορες βελτιωτικές καταστάσεις που ο παλιός του επιμελητής ή η ακόμη αρχαιότερη τοπική αρχή, πρότειναν μέσα από μια πολύ, πάρα πολύ προσεκτική αντιμετώπιση.
Και ποτέ δεν του προέκυψε να χρειαστεί να κάνει χρήση των γνώσεων που είχε αποκτήσει τα προηγούμενα χρόνια. Γιατί είχε πολύ μικρή πίστη σ’ αυτό που ονόμαζε θεωρία κι έναν σεβασμό πολύ μεγάλο για εκείνες τις αρχές και τους κανόνες της εμπειρίας που είχαν καταστεί αξιοσέβαστα πια μεσ’ την πορεία του χρόνου, και που στους άλλους φαίνονταν να συνοψίζουν την ουσία του πρακτικού. Συνολικά, δεν υπήρχε τίποτε επάνω του που να δείχνει ότι δεν είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή του στον ίδιο τόπο και με τον ίδιο τρόπο. Ένα μικρό πραγματάκι ωστόσο, αποτελούσε εξαίρεση. Συχνά θα καθόταν πάνω σε κάποια αυλόπορτα ή πάνω σε κάποια συνοριακή πέτρα για μισή ώρα κάθε φορά κοιτώντας με μια περίεργη, σχεδόν φυτοζωούσα εμμονή το πληθωρικό πράσινο της σίκαλης ή τη χρυσή, νυσταγμένη βρώμη. Αυτό ήταν ένα απομεινάρι ημερών αλλοτινών. Θύμιζε τον παλιό του εαυτό, τον νεαρό Λίνε.
Η Μπαρτολίν δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στο δικό της κόσμο, έτσι, τόσο ξαφνικά – όχι τουλάχιστον χωρίς κάποια αντίσταση, χωρίς πρώτα να νοιώσει τον τρόπο της. Όχι, στην αρχή παραπονιόταν για τα χιλιάδες δεσμά και τους περιορισμούς της ανθρώπινης ζωής μέσα από τους στίχους εκατοντάδων ποιητών διαποτισμένων με όλη την ευρεία γενικότητα της εποχής εκείνης. Κάποιες φορές ο θρήνος της ενδυόταν εκείνη την υψηλόφρονα οργή που εξαπολύει υβρεολόγια στους θρόνους των αυτοκρατόρων και τις φυλακές οι τύραννοι που εγείρουν. Κάποιες άλλες φορές ήταν ανάμικτος με την ήσυχη, σπλαχνική θλίψη που αισθάνεται το πλούσιο φως της ομορφιάς να εγκαταλείπει έναν τυφλό και δουλικό αγώνα, τρομαγμένος και ξεθυμασμένος από τη βλακώδη φούρια της ημέρας. Κι άλλες φορές ο θρήνος της δεν ήταν παρά η σιγανή επιθυμία για την ελεύθερη πτήση ενός πουλιού ή εκείνη του σύννεφου, που αρμενίζει τόσο ανάλαφρα μεσ’ την απόσταση.
Όμως κουράστηκε να θρηνεί, απόκαμε από το θρήνο, κι η εκνευριστική του αχρηστία την οδήγησε σε αμφιβολίες και πίκρα. Ακριβώς όπως κάποιοι πιστοί καταθρυμματίζουν το είδωλό τους και το ποδοπατούν όταν αυτό αρνείται να δείξει τη δύναμή του, έτσι κι εκείνη τώρα χλεύαζε την άλλοτε λατρεμένη της ποίηση, ρωτώντας περιφρονητικά τον εαυτό της αν πίστευε ή όχι ότι ο βράχος του Σίντμπαντ θα προσγειωνότανε στο αγγουροκρέβατο, ή αν το σπήλαιο του Αλαντίν θ’ άνοιγε κάτω από το δάπεδο του κελαριού για το γάλα. Με κυνισμό παιδικό έβρισκε ηδονή στο να βρίσκει τον κόσμο υπερβολικά ανιαρό, αποκαλώντας το φεγγάρι πράσινο τυρί και τα τριαντάφυλλα ένα συνονθύλευμα από μυρωδιές – όλα αυτά έχοντας το αίσθημα ότι εκδικιόταν τον εαυτό της, αλλά καθώς επίσης με την μισο-απειλητική, μισο-ερεθιστική συνείδηση ότι επρόκειτο περί βλασφημίας.
Η απόπειρα αυτολύτρωσης που κείτονταν σ’ όλ’ αυτά, ήταν ανεπιτυχής. Παρόλο που ήταν τώρα η Κυρία Λίνε, βούλιαξε ξανά στα όνειρά της, τα όνειρα του κοριτσιού, όμως η διαφορά ήταν τώρα ότι δεν φωτίζονταν πια από την ελπίδα. Επίσης, ακόμη, είχε μάθει ότι ήταν μονάχα όνειρα, μακρινά, απατηλά μετέωρα, που κανένας πόθος πάνω στον κόσμο δεν είχε τη δύναμη να τα τραβήξει κάτω στη δική της γη. Και όταν τώρα εγκατέλειψε τον εαυτό της σ’ αυτά, το έπραξε με κάποια νευρικότητα, απειθώντας σε μία εσωτερική επιτιμητική φωνή που της ψιθύριζε ότι φερόταν όπως ο μέθυσος, που γνωρίζει ότι το πάθος του είναι μοιραίο, και ότι κάθε καινούργια κραιπάλη σημαίνει δύναμη που αντλείται από την αδυναμία του και που αποδίδεται στου πάθους του την ισχύ. Αλλά η φωνή μιλούσε μάταια, γιατί μια εγκρατής, ήπια ζωή χωρίς το γλυκό φόρτο των ονείρων δεν ήταν ζωή – η ζωή είχε μόνο την αξία που τα όνειρα έδιναν σ’ αυτή.
Σε τόσο μεγάλο βαθμό ήταν διαφορετικοί ο πατέρας και η μητέρα του μικρού Νιλς Λίνε, οι δύο φιλικές δυνάμεις που, χωρίς να το ξέρουν, διεκδικούσαν την κατοχή της νεαρής ψυχής του από τη στιγμή που μια μαρμαρυγή νοημοσύνης εμφανίστηκε, και με την οποία θα μπορούσαν να ξεκινήσουν. Και καθώς το παιδί μεγάλωνε, ο αγώνας γινόταν και περισσότερο άγριος, λυσσαλέος, καθώς η εκλογή των όπλων είχε καταστεί πλέον απεριόριστη.
Η φαντασία του παιδιού αποτελούσε τη φυσική ικανότητα μέσα απ’ όπου η μητέρα του προσπαθούσε να το επηρεάσει, και φαντασία είχε άφθονη. Όμως παρόλο που ήταν ακόμη πολύ μικρός, ήταν φανερό ότι μια σημαντική διαφορά υπήρχε γι’ αυτόν ανάμεσα στον φανταστικό κόσμο που αναδυόταν από τα λόγια της μητέρας του και τον πραγματικό. Συνέβη περισσότερο από μία φορά, όταν η μητέρα του του έλεγε ιστορίες περιγράφοντας πόσο πολύ υπέφερε ο ήρωας, που ο Νιλς, που δεν μπορούσε να βρει καμία δυνατή διαφυγή από όλη αυτή τη δυστυχία, ούτε να δει πώς θα μπορούσε να γιατρέψει όλη αυτή τη δεινοπάθεια που κλεινόταν σε μονίμως αυξανόμενους περιοριστικούς, αδιαπέραστους κύκλους ανάμεσα σ’ αυτόν και τον ήρωά του – στην πραγματικότητα συνέβη πολλές φορές, όπου ο Νιλς πίεζε το μάγουλό του επάνω σ’ εκείνο της μητέρας του και που, με δάκρυα στα μάτια και χείλη τρεμάμενα, ψιθύριζε: « Αλλά δεν είναι πραγματικά αληθινό;» Και δεχόμενος την παρήγορη απάντηση που ήλπιζε άφηνε έναν βαθύ στεναγμό ανακούφισης και άκουγε την ιστορία μέχρι το τέλος χωρίς περαιτέρω ταραχή.
Αλλά η μητέρα του δεν ήταν αρκετά ευχαριστημένη μ’ αυτή του τη λιποταξία.
Κι όταν είχε γίνει πια πολύ μεγάλος για παραμύθια κι εκείνη είχε κουραστεί πια να τα επινοεί, του μίλησε, με ελαφρές προσθήκες, για όλους τους ήρωες του πόλεμου και της ειρήνης, όποιων οι ζωές είχαν τις προϋποθέσεις να δείξουν τη δύναμη που κατοικεί μέσα σε μια ανθρώπινη ψυχή, αν αυτή η ψυχή επιθυμεί μονάχα μεγάλα πράγματα και ευγενικά, και ούτε συνεγείρεται ούτε απογοητεύεται από τις κοντόφθαλμες αμφιβολίες της ημέρας, ούτε θέλγεται από την εξουθενωτική νάρκη που δημιουργούν. Οι ιστορίες βρισκόταν σ’ αυτή την κλίμακα, και καθώς η ιστορία δεν διαθέτει αρκετούς κατάλληλους ήρωες, διάλεγε έναν φανταστικό ήρωα για του οποίου τις πράξεις και τη μοίρα εκείνη η ίδια ήταν μοναχά υπεύθυνη – έναν ήρωα σύμφωνο με την δική της καρδιά, πνεύμα από το πνεύμα της και σάρκα από την ίδια τη δική της σάρκα και το αίμα της. Λίγα χρόνια μετά τη γέννηση του Νιλς, η Φρου Λίνε, είχε φέρει ένα θνησιγενή γιο στον κόσμο, και η εκλογή της έπεσε επάνω του. Όλα όσα εκείνο το παιδί θα πετύχαινε και θα γινόταν, κείτονταν τώρα μπροστά στον αδερφό του μέσα σε μια αεικίνητη και ανεξέλεγκτη σύγχυση – ο πόθος ενός Προμηθέα, το θάρρος ενός Μεσσία, η δύναμη ενός Ηρακλή – μια αφελής παρωδία, ένας κόσμος από φτηνές φαντασιοπληξίες, που δεν ενσωμάτωνε πια μια πραγματικότητα άλλοτε υπαρκτή έξω από το σκελετό του καημένου του μικρού παιδιού που κατέρρεε σε σκόνη και στάχτη ψηλά στον αυλόγυρο της εκκλησίας του Λένμποργκ.
Ο Νιλς δεν έσφαλε όσον αφορούσε το ηθικό δίδαγμα αυτών των ιστοριών, Κατανοούσε θαυμάσια ότι ήταν άξιο περιφρόνησης να είναι κανείς όπως η ανθρώπινη πλειοψηφία. Ήταν έτοιμος να πάρει επάνω του τη δύσκολη μοίρα των ηρώων του, και στη φαντασία του ανεχόταν με τη θέλησή του τον κυρίαρχο αλληλοσπαραγμό και τη σκληρή δυστυχία, το μαρτύριο του να είναι κανείς παρεξηγημένος και τη χωρίς ειρήνη νίκη. Όπως και να’ χει ωστόσο, ήταν μια ασύγκριτη ανακούφιση γι’ αυτόν να σκέφτεται ότι όλα αυτά ήταν ακόμη τόσο μακριά – ότι όλ’ αυτά δεν θα συμβαίνανε παρά μόνο αφού θα είχε πρώτα μεγαλώσει.
Όπως τα όνειρα και η ονειρική ατμόσφαιρα μιας νύχτας μπορούν να στοιχειώσουν το ξύπνημα της μέρας, και με μορφή ομιχλώδη και τόνους αόριστους να έρχονται στη σκέψη μας έτσι ώστε για ένα φευγαλέο δευτερόλεπτο ν’ ακουστούν, σαν αληθινά, και ν’ αναρωτηθεί κανείς αν πραγματικά κάτι ειπώθηκε – έτσι και η ιδέα από τούτο το ονειρογεννημένο μέλλον ψιθύριζε απαλά σ’ όλη τη διάρκεια των παιδικών χρόνων του Νιλς, υπενθυμίζοντάς του ευγενικά πλην όμως αδιάκοπα πως ένα όριο είχε τεθεί σ’ αυτή τη χαρούμενη εποχή, και πως μια μέρα δεν θα ήτανε πια ένα αγόρι.
Η συνείδηση αυτού του πράγματος επέφερε μια δίψα, μια λαχτάρα να χαρεί την παιδική του ηλικία σε όλη της την πληρότητα, να την πιει με όλες του τις αισθήσεις, να μη χάσει ούτε μία σταγόνα – ούτε μία. Υπήρχε λοιπόν συνεπώς, μια ένταση στα παιχνίδια του, που ανέτειλε σε πάθος κάτω από την πίεση του άβολου συναισθήματος ότι ο χρόνος έτρεχε, τον προσπερνούσε, ενώ εκείνος ήταν ανίσχυρος να σώσει από το ρεύμα του ό,τι απόθεταν στα πόδια του τα διαδοχικά κύματα. Έτσι, επίσης, θα έριχνε τον εαυτό του στο έδαφος και θα έκλαιγε με αναφιλητά απελπισμένος όταν ο χρόνος κρεμότανε βαρύς σε κάποιες διακοπές επειδή κάτι άλλο ήταν ανεπαρκές – οι σύντροφοι στο παιχνίδι, η δύναμη της επινόησης ή ο καλός καιρός – κι αυτό ακόμη, ήταν η αιτία που ήταν πάντα τόσο απρόθυμος να γυρίσει στο κρεβάτι του. Γιατί ο ύπνος ήταν χωρίς γεγονότα και απόλυτα κενός από κάθε αίσθηση. Όμως δεν ήταν πάντοτε έτσι.

Ένα παλιό μου κείμενο για την αναγνωστική πράξη

«…Η επιθυμία που διευθύνει το αχαλίνωτο φαντασιακό του μοντέρνου κόσμου εντοπίζεται κατά κύριο λόγο στην απαλλαγή από τον εαυτό. Ο εαυτός έγινε ήδη το βασικό απόβλητο…»

Ευγένιος Αρανίτσης, «Ελευθεροτυπία», 3-11-2003.

Μιλώντας κυρίως για την αναγνωστική πράξη, ίσως θα έπρεπε αρχικά να επισημάνουμε το εξής:
Ο αναγνώστης, απαλλάσσεται από τον εαυτό του. Του χορηγείται άφεση, διατηρώντας μονάχα ισχυρή την ευθύνη της ανάγνωσης. Όμως, ο αναγνώστης επίσης συζητά με τον κόσμο. Βλέπει. Μετέχει πράττοντας φαινομενικά απών, τόσο κατ’ αίσθηση, όσο και κατά δράση. Όμως δρα, αισθάνεται, και το τοπίο του κόσμου, μέσα από το κείμενο τον επανατοποθετεί στο ανοιχτό ρήγμα της απουσίας όπου διακυβεύεται κάθε είδους μοναξιά. Επιζητεί κυρίως μέσα από αυτή τη μοναξιά, την αποσιώπησή της, την επικάλυψή της, την προσδιοριστική της άρνηση. Την καθαυτό εντέλει ακύρωσή της.
Παράλληλα όμως επαναπροσδιορίζεται μία δεύτερη λειτουργία: καθώς απαλλάσσεται από την όποια του συνδεσμολογία με τον κόσμο, ο αναγνώστης – παρατηρητής, ανακύπτει σ’ ένα πεδίο ετερόχρονο, αυτό της επ-ανακάλυψης του κόσμου καθ’ εαυτώ. Με απλούστερα λόγια, ξαναμαθαίνει τον κόσμο απ’ την αρχή, όντας ο ίδιος ένας αρχάριος, τόσο στη διηνεκή διεργασία αυτοπροσδιορισμού του, αυτού του ίδιου του εγώ, της συνείδησης της μετοχής του μέσα στον κόσμο, όσο και στην επίσης διαρκή εσωτερική παλιγγενεσία του ίδιου του κόσμου, ως έχει, ως διακυμαίνεται, ως αυτός πλέον καθίσταται ορατός μέσω της αναγνωστικής πράξης. Γιατί η γλώσσα ακριβώς της γραφής, δεν εδραιώνεται μονάχα σε αντικείμενα που αφορούν τη γλώσσα, αλλά διαπλέκεται κατά δεύτερο λόγο με αλλεπάλληλα αντικείμενα που ανήκουν σ’ έναν χώρο κατ’ εξοχήν υπάρχοντα, διαμένοντα, εκτός των ορίων της γλώσσας. Σε μία πραγματικότητα την οποία η γλώσσα μονίμως πολιορκεί, ουδέποτε όμως καταλαμβάνει ούτε πλήρως, ούτε κατ’ αντικειμενικότητα απόλυτη και μοναδική.
Η γραφή κυριαρχείται από πολλές φωνές και το κείμενο «διαθέτει πολλαπλές αναγνώσεις». Το συναίσθημα, η δράση, η κόπωση, περιγράφονται και μάλιστα ίσως περιφραστικά – η ηθικότητα αναβλύζει αβίαστα, η επιθυμία οξύνεται ώστε να απαλυνθεί – ο συγγραφέας ονομάζει τα πράγματα με άξονα τη γλωσσική υπερδομή και το όριο του λεκτικού του. Επανονομάζει τον κόσμο. Επανεπιχειρεί την ανθρώπινη δράση. Μία μέσα στο κενό του κόσμου επικύρωση της αίρεσης αυτού του κενού. Μία καθ’ όλα επανακατάργησή του. Ο συγγραφέας είναι γεμάτος από κόσμο, από κάποιες όψεις του κι από μεγάλη αγάπη προς αυτές. Δεν είναι μόνο ένας στοχαστής που ονειροπολεί τα καθ’ εαυτόν – αντίθετα μάλιστα, τούτο συνιστά και την κατώτερη αισθητικά μορφή συγγραφικού ύφους – αλλά κάποιος που «υποτάσσει τη φαντασία και το πάθος» σ’ αυτό που καλούμε «νόημα της Τέχνης».
Πώς άλλωστε θα μπορούσε να σωπάσει η φροϋδική «Αυτού Μεγαλειότητα το Εγώ» μέσα στην ομιχλώδη της ειρωνική και παλινδρομική αυτοαναίρεση; Διαβάζοντας. Είτε με βλέμμα καθαρό, το Άλλο, τον Κόσμο – και μεταγράφοντας τα καθέκαστα – είτε συμμετέχοντας σ’ αυτή την καθοριστική συνομωσία σιωπής που συντελεί την αναγνωστική πράξη.