Η γεγονότητα του θανάτου

Από τη στιγμή που ξεκινώ να γράψω, σημαίνει ότι αποδέχομαι την ιδέα του θανάτου, όσο κι αν επιθυμώ να διακηρύξω ότι αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν υπάρχει θάνατος. Δεν υπάρχει θάνατος, δεν σημαίνει ότι δεν υφίσταται το συγκεκριμένο ως συμβάν, σημαίνει ότι πέρα από την γεγονότητα του θανάτου, το υποκείμενο σ’ αυτήν, το θανόν υποκείμενο, απλώς αφήνει πίσω του την όποια αλληλεπίδραση με τα εγκόσμια. Αφήνει φόβους, αγωνίες, επιθυμίες, υποχρεώσεις. Εγκύπτει στους ποθητούς εξωκοσμικούς θεσμούς της μακαριότητας ίσως, κατ’ αναλογία με το κατ’ εξοχήν είναι αυτού (του υποκειμένου). Στην απόλυτη παύση, στην μεγάλη υπόθεση της σιωπής. Μια γενικευμένη φιλοσοφική διείσδυση θα μπορούσε να εγκύψει από εδώ: μια και η φιλοσοφία είναι μια υπόθεση γραπτή, καταγεγραμμένη, λόγος καταγεγραμμένος μέσα στον χρόνο, λόγος που αποτυπώνεται, εγγράφεται μέσω μηχανισμών, τίθεται το ερώτημα: πώς προβάλλεται τώρα αυτή η αντίστιξη λόγου και σιωπής μέσα στον χρόνο μου;
Τείνω να είμαι ο εαυτός μου, κι αυτό ανά πάσα στιγμή. Το Εγώ όμως, ο εαυτός, δεν είναι όλος ο Κόσμος. Ορίζεται, προσδιορίζεται πάντα σε σχέση με τον Άλλο ή τον Κόσμο. Βρίσκεται, παρευρίσκεται μάλλον, πάντοτε σε-σχέση-με. Ακόμη και σε σχέση με τον ίδιο τον εαυτό. Το Εγώ αποτελεί μια ελάχιστη αιχμή του Κόσμου: οφείλει να τον δει, να τον γνωρίσει και να δράσει μέσα σ’ αυτόν. Απλώς, οφείλει. Κίνητρο και εσωτερική λογική. Σκοπός και διάθεση. Αλλά η εσωτερική αυτή λογική ή αναγκαιότητα είναι συνεπώς μία υπόθεση σιωπής, μια και η ουσία της δράσης, της κίνησης, διακονίζεται όχι μονάχα από το άγχος ή τη μέριμνα αλλά και από την αγάπη, και επειδή η αγάπη δίνει έμφαση στη σιωπή, στο μη εκπεφρασμένο, αυτό από μόνο του ενισχύει το επιχείρημά μας για την υπόθεση της σιωπής που συνιστά η εσωτερική λογική ή αναγκαιότητα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *