Η γεγονότητα του θανάτου

Από τη στιγμή που ξεκινώ να γράψω, σημαίνει ότι αποδέχομαι την ιδέα του θανάτου, όσο κι αν επιθυμώ να διακηρύξω ότι αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν υπάρχει θάνατος. Δεν υπάρχει θάνατος, δεν σημαίνει ότι δεν υφίσταται το συγκεκριμένο ως συμβάν, σημαίνει ότι πέρα από την γεγονότητα του θανάτου, το υποκείμενο σ’ αυτήν, το θανόν υποκείμενο, απλώς αφήνει πίσω του την όποια αλληλεπίδραση με τα εγκόσμια. Αφήνει φόβους, αγωνίες, επιθυμίες, υποχρεώσεις. Εγκύπτει στους ποθητούς εξωκοσμικούς θεσμούς της μακαριότητας ίσως, κατ’ αναλογία με το κατ’ εξοχήν είναι αυτού (του υποκειμένου). Στην απόλυτη παύση, στην μεγάλη υπόθεση της σιωπής. Μια γενικευμένη φιλοσοφική διείσδυση θα μπορούσε να εγκύψει από εδώ: μια και η φιλοσοφία είναι μια υπόθεση γραπτή, καταγεγραμμένη, λόγος καταγεγραμμένος μέσα στον χρόνο, λόγος που αποτυπώνεται, εγγράφεται μέσω μηχανισμών, τίθεται το ερώτημα: πώς προβάλλεται τώρα αυτή η αντίστιξη λόγου και σιωπής μέσα στον χρόνο μου;
Τείνω να είμαι ο εαυτός μου, κι αυτό ανά πάσα στιγμή. Το Εγώ όμως, ο εαυτός, δεν είναι όλος ο Κόσμος. Ορίζεται, προσδιορίζεται πάντα σε σχέση με τον Άλλο ή τον Κόσμο. Βρίσκεται, παρευρίσκεται μάλλον, πάντοτε σε-σχέση-με. Ακόμη και σε σχέση με τον ίδιο τον εαυτό. Το Εγώ αποτελεί μια ελάχιστη αιχμή του Κόσμου: οφείλει να τον δει, να τον γνωρίσει και να δράσει μέσα σ’ αυτόν. Απλώς, οφείλει. Κίνητρο και εσωτερική λογική. Σκοπός και διάθεση. Αλλά η εσωτερική αυτή λογική ή αναγκαιότητα είναι συνεπώς μία υπόθεση σιωπής, μια και η ουσία της δράσης, της κίνησης, διακονίζεται όχι μονάχα από το άγχος ή τη μέριμνα αλλά και από την αγάπη, και επειδή η αγάπη δίνει έμφαση στη σιωπή, στο μη εκπεφρασμένο, αυτό από μόνο του ενισχύει το επιχείρημά μας για την υπόθεση της σιωπής που συνιστά η εσωτερική λογική ή αναγκαιότητα.

Το τέλος της Παγκοσμιοποίησης και του ατομικισμού

Με την εκλογή του Donald Trump εισάγεται ένα καινούργιο κεφάλαιο στην Παγκόσμια Ιστορία: η Αμερική δείχνει να συσπειρώνεται στον εαυτό της, και η συλλογική κάποτε διεργασία της Παγκοσμιοποίησης έχει αρχίσει να ασθμαίνει.
Αυτό σημαίνει και πυροδοτεί μια αποφκτέα άνοδο του εθνικισμού σε όλες τις χώρες, συνέπεια της αποκοπής τους από την Πλανητική Μητρόπολη. Ή θα οδηγηθεί ο πλανήτης σε πυρηνικό ολοκαύτωμα ή -στην καλύτερη δυνατή περίπτωση- σε μία καινούργια «μπελ-επόκ» όπου οι συλλογικότητες ορισμένων εναλλακτικών ομάδων προικισμένων με ιστορική μνήμη, αντιπροτείνουν το σύνθημα της Ειρήνης και της κατά τόπους παραγωγικότητας μέσω των μικρών αποθεμάτων που διαθέτουν. Ο μόνος τρόπος να ανθίσουν ξανά τα χαμόγελα είναι ο δεύτερος, όσο κι αν αυτός απηχεί έναν Νέο Μεσαίωνα ή μια νέα Προϊστορία.

Όσο για τον ατομικισμό όπως τον γνωρίσαμε, δεν έχει πια καμία θέση στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Οι ελευθερίες του ατόμου έχουν κατά κόρον περιοριστεί και μονάχα η συναλληλία και η επικοινωνία σε όποιο βαθμό επιφέρουν την οικοδόμηση ενός εδάφους πολιτικού, που θα καταφέρει να αποτελέσει το υπόβαθρο για μια ζωή ικανοποιητική χωρίς μίση και απληστείες. Ο νέος ατομικισμός που αναγεννήθηκε κατά τους Γάλλους κοινωνιολόγους το 1982, φαίνεται ότι κατέρρευσε τόσο σαν ιδέα όσο και σαν πρακτική, μια και στερείται παντελώς νοήματος -ζωτικού και συγχρονικού.

Τι διέξοδος προβάλλει λοιπόν; ποιά εφικτή λύση; η αντίδραση στον εθνικισμό από τη μια, μέσα από την ευρύτερη, δημοκρατική παιδεία -όσο κι αν η αγγλική γλώσσα τείνει να επιφορτιστεί με την τύχη της λατινικής όταν αποτελούσε κάποτε η τελευταία την lingua franca του Δυτικού Πολιτισμού – και οι κατά τόπους εναλλακτικές συσπειρώσεις με στόχο την παραγωγή ή ακόμη ίσως και την αυτοκατανάλωση. Δύσκολα τα πράγματα.

Προσωπικά όμως, δεν μπορώ να διανοηθώ άλλον δρόμο.

Ηθική και τεχνολογία

Αρχικά φαίνεται ότι στις μέρες μας, είναι η τεχνολογία που ρυθμίζει κατά κύριο λόγο την ανθρώπινη συμπεριφορά, ή την ηθική εν ολίγοις: το τι είναι και το τι δεν είναι κοινοποιήσιμο, το πότε είναι κάτι κοινοποιήσιμο – ο διαδραστικός χρόνος, οι διαδραστικοί νόμοι, η αυτόματη σύνταξη κάποιου κοινού και αόρατου συντακτικού χάρτη του ηθικώς κατακριτέου, όσα έχουν σχέση με τη βία, τη σεξουαλικότητα και τις εναλλακτικές πολιτικές, φιλτράρονται αυτόματα από την «ηλεκτρονική συνείδηση του χρήστη» και παίρνουν το δρόμο τους μέσα στο φιλόξενο και καθαρό περιβάλλον της ανθρώπινης πορείας μέσα στην Ιστορία. Δεν υπάρχει καμία νεοαποκτημένη έννοια ελευθερίας εδώ, στην επικράτεια δηλαδή του τεχνολογικού, αλλά ένα ακόμη πρόσωπο, μία όψη του εαυτού όπως αυτός διασαφηνίζει την ταυτότητά του ριγμένος μέσα στην υφή της δικής του χρονικότητας: επιείκεια στους νέους, αυστηρότητα στους μεγαλύτερους: ήδη ο ηθικός νόμος έχει κτισθεί ως θέσπισμα ανθρώπινο μέσα στον όποιο αυτοματισμό της κοινωνίας της τεχνολογίας. Εν ολίγοις, ο ανθρώπινος εαυτός είναι αυτός που ελέγχει τα πράγματα, καθώς επιβάλλει στα «θέλω» του ένα φιλτράρισμα καθαρά ηθικής υφής, όπως κάνει άλλωστε και στην υπόλοιπη καθημερινότητά του. Η τεχνολογία, ως ένας «γενικευμένος Άλλος» βοηθά απλώς σ’ αυτή τη ρύθμιση της συμπεριφοράς όπως και στον επανακαθορισμό της.

Αρίθμηση και Ομιλία

Αρίθμηση και Ομιλία: Εγγενή χαρακτηριστικά του ανθρώπου; (Κάποιες σκόρπιες αφορμές για περαιτέρω σκέψεις)

“ἔτι δ’ ἐπεὶ διαφέρει ἡ ποίησις εἴδει καὶ ἡ πρᾶξις, καὶ δέονται ἀμφότεραι ὀργάνων, ἀνάγκη καὶ ταῦτα τὴν αὐτὴν ἔχειν διαφοράν. ὁ δὲ βίος πρᾶξις, οὐ ποίησις, ἐστιν”

Αριστοτέλους Πολιτικά, 1254a

“Ο στόχος της επιστημονικής εργασίας είναι η αλήθεια. Όταν εσωτερικά αναγνωρίζουμε κάτι σαν σωστό, κρίνουμε, και όταν βγάζουμε κρίσεις, ισχυριζόμαστε”.
Frege, 1879

“σκόπει δή, ἦ δ᾿ ὅς, εἰ ταῦτα οὕτως ἔχει. φαμέν πού τι εἶναι ἴσον, οὐ ξύλον λέγω ξύλῳ οὐδὲ λίθον λίθῳ οὐδ᾿ ἄλλο τῶν τοιούτων οὐδέν, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα πάντα ἕτερόν τι, αὐτὸ τὸ ἴσον: φῶμέν τι εἶναι ἢ μηδέν;”
Πλάτωνος Φαίδων, 74a

Θα ξεκινήσουμε αυτό το μικρό δοκίμιο, παραθέτοντας κάποιους στοχασμούς:
Η ανθρωπότητα είναι στο Είναι.
Το Είναι είναι “πλήρως εξατομικευμένο”.
Αυτό το παρερμηνεύουμε εσφαλμένα ως “αίσθημα μοναξιάς”.
Όλοι είναι σαν κι εμάς: “ξένοι μέσα στον εαυτό τους”. (Μια φράση από το σχετικό βιβλίο της Julia Kristeva). Είμαστε δηλαδή όλοι μας κατά κάποιο τρόπο μετανάστες.
Όλοι ζούμε με τα ίδια ερωτήματα: “ποιός είμαι, πού πάω και γιατί; ποιά είναι η σχέση μου με τον κόσμο;” Ή ακόμη περισσότερο: “Τι σχέση έχω εγώ με τον Κόσμο; ποιός είναι ο πραγματικός μου εαυτός;”
Όλοι έχουμε αρχή και τέλος ως εγκόσμιες, σωματικές παρουσίες, και ανήκουμε αποκλειστικά στην ιστορικότητά μας.
Όλοι μας ζούμε μέσα στην Ιστορία, ελπίζοντας και γνωρίζοντας, με νου και φαντασία.
Όλοι μας συμμετέχουμε στη δημιουργική πορεία της ανθρωπότητας. Ο Καθένας με τον τρόπο του.

Εφόσον συμφωνήσουμε κι εμείς τώρα πρώτιστα με τον Σωκράτη στον Φαίδωνα, ότι υπάρχει δηλαδή πάντα κάτι που να προσδιορίζει την ιδέα λ.χ. της ισότητας, μία ιδέα συνεπώς και όχι το τίποτε (το μηδέν), μπορούμε βαθμιαία να εισαγάγουμε τους εαυτούς μας, τη στοχαστική μας φύση, στο βασίλειο των ιδεών, όπου όλα συνδέονται μεταξύ τους, όπου όλα είναι όντως όντα, και οι “ασύνδετες ατομικότητες” – ο φυσικός εαυτός του καθενός- που στοιχειοθετούν την σύγχρονη κοινωνία μας παύουν να υποφέρουν μια τέτοιου τύπου μοίρα θλιβερή, μια μοίρα δηλαδή που επιμένει να εκφέρει έναν ρεαλιστικό ατομικισμό ως κορωνίδα της αντικειμενικής πραγματικότητας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι όλοι οι άνθρωποι είναι αδέρφια – όπως το θέτει ο Μαχάτμα Γκάντι, και ότι είμαστε “ριγμένοι σ’ αυτόν τον κόσμο” μόνο και μόνο για το καλύτερο: η συναδέλφωση είναι αυτό που μας προτάσσεται ως νοηματοδοτικός άξονας της ζωής: όλοι μας συμμέτοχοι στο δημιουργικό ταξίδι της ανθρωπότητας. Πώς θα επιβιώσουμε άραγε σαν είδος όταν κυριαρχεί το μονομερές ατομικό συμφέρον που εκπορεύεται πολλές φορές από τον πλούτο – όταν αυτός, ο πλούτος, γίνεται αυτοσκοπός και όχι μονάχα μέσο για την επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού καλού για τους περισσότερους; Για πόσο καιρό ακόμη θα συμβιβαζόμαστε ηθικά, κωφεύοντας απέναντι σε έννοιες όπως η αλληλεγγύη, η αυτοοργάνωση, η δημιουργική πρωτοβουλία και η αντικειμενικότητα;
Φυσικά, όπως το θέτει ο Σπινόζα στην Πολιτεία του, ό, τι είναι βλαβερό για το σύνολο οφείλουμε να το εξοβελίζουμε. Γράφει: “[…] το δίκαιο του κράτους δεν μπορεί να επεκταθεί σε ό, τι εξοργίζει τους πολλούς”. (Σπινόζα, Η Πολιτεία, κεφ. 3, § 9). Και προσθέτει (ό. π., κεφ. 6, § 3): “Αν η φύση του ανθρώπου ήτανε οι άνθρωποι να επιζητούν εκείνο που τους ωφελεί περισσότερο, δεν θα υπήρχε καμμία δυσκολία να διατηρηθεί η ομόνοια”. Κάτι τέτοιο όμως δεν φαίνεται να συμβαίνει. Γιατί άραγε; Ποιό είναι αυτό που ωφελεί περισσότερο τους ανθρώπους; Κατά τη γνώμη μας, πρόκειται κυρίως για μία από κοινού σύμβαση προς το αγαθό, προς την κοινωνική ευταξία αφενός και την εσωτερική πειθαρχία αφετέρου, την αρετή. Όταν όμως η πτώση μέσα στα πάθη γίνεται “το φάρμακο της ζωής” (βλ. Γιώργος Ι. Τσιαντής, Η Μεταφυσική των Ναρκωτικών), διαφαίνεται καθαρά ότι η αποκαλούμενη “ανθρώπινη φύση” έχει ροπές τόσο προς το καλό όσο και προς το αντίθετό του. Η “ομόνοια” είναι κάτι δύσκολο να επιτευχθεί.

Και τι γίνεται με το χρήμα αφενός και με το αγαθό της εργασίας αφετέρου; Το κεντρικό αγαθό μιας πολιτείας δεν μπορεί να είναι άλλο από την εργασία. Αυτή η δραστηριότητα συγκροτεί και το όφελος που προκύπτει για το σύνολο της κοινωνίας: όταν δηλαδή ασκεί κανείς ελεύθερα τα ενδιαφέροντά του έτσι ώστε να είναι εύλογη η όποια κοινωνική ανταπόκριση που ερείζεται επάνω στις λογής κοινωνικές αξιώσεις. Και μάλιστα, όταν δρα κανείς ελεύθερα, χωρίς ηθικούς συμβιβασμούς: γιατί ο ηθικός συμβιβασμός, το να παραχωρεί κανείς και τέλος να χάνει το ηθικό του κεφάλαιο, είναι η μέγιστη των καταστροφών για το άτομο. Και η χαρά του να εργάζεται κανείς ακατάπαυστα και να κοινοποιεί, να ανταλλάσσει μόχθο με μόχθο, κάποια μορφή ηθικού κεφαλαίου – ή συμβολικού ακόμη – με κάποια άλλη, βρίσκεται στην κορυφή των ηθικών απολαβών.
Μιλήσαμε ήδη λίγο για ιδέες, όμως δεν έχουμε αγγίξει παρά ακροθιγώς το θέμα μας. Ο άνθρωπος αριθμεί. Εγγενώς αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα των αριθμών, κάπως ανάλογα μ’ εκείνη του βασιλείου των ιδεών. Από την ιδέα της ισότητας απέναντι στην εργασία, από την ιδέα της ισότητας, στην πραγματικότητα των ιδεών κι από την διεργασία της αρίθμησης, στην πραγματικότητα του χρήματος ή την ψευδαίσθησή του (όπως το έθετε ο Keynes) , ερχόμαστε στη βάση της υπαρκτικής αναλυτικής της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας.
Η αρίθμηση και η ομιλία είναι οι δύο κύριοι όροι – προϋποθέσεις για την ύπαρξή μας εντός του Κόσμου. Η μέτρηση, όπως άλλωστε και η βούληση είναι οι δύο κύριες διεργασίες που αγκαλιάζουν αυτά τα δύο εγγενή χαρακτηριστικά του ανθρώπου, την αρίθμηση και την ομιλία, και που τα θεσμοποιούν. Το χρήμα λοιπόν δεν μπορεί να είναι παρά μια οντολογική μορφή της αρίθμησης. Η μέτρηση είναι αρίθμηση. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται απαραίτητα και για σύγκριση. Ο ορισμός της μέτρησης ενός φυσικού μεγέθους μιλά για τη σύγκρισή του με ένα τμήμα του που λαμβάνουμε αυθαίρετα σαν μονάδα. Γνωρίζουμε ότι οι περισσότερο ακριβείς μετρήσεις είναι μετρήσεις μήκους. Όμως, όπως και να το δει κανείς, η ισότητα και η ελευθερία δεν είναι βεβαίως κατ΄ απολυτότητα φυσικά μεγέθη. Πρόκειται -εν μέρει – για έννοιες κοινωνικές. Άλλο η έννοια της ισότητας στα μαθηματικά, και άλλο στην κοινωνιολογία. Η αρίθμηση όμως ως εγγενές χαρακτηριστικό του ανθρώπου, είναι ελευθερία. Γιατί η αρίθμηση είναι αφαίρεση: εκκινεί το αφαιρετικό σχήμα της σκέψης, την αφαιρετική της λειτουργία. Και η ελευθερία είναι οργάνωση: υπάρχει, μπορεί να αναπτυχθεί οργανωμένα μέσα στη δέσμευση και τη φαντασία. Η ελευθερία δεν πρόκειται για ένα “φάντασμα”, όπως το θέτει ο Παναγιώτης Κονδύλης στο βιβλίο του Ισχύς και Απόφαση. Το αναρίθμητο είναι το “φάντασμα της ελευθερίας”. Οφείλουμε να καταλήξουμε, να δεσμευτούμε. Και η δέσμευση μέσα στην οποία ο καθένας από εμάς κινείται και προσδιορίζεται, συνιστά ακριβώς και την ελευθερία μας. Και η οργανωμένη κοινωνία εγκαθιδρύεται πάνω σε δύο εγγενή ανθρώπινα χαρακτηριστικά: στην ομιλία, που συνιστά πάντοτε μία απεύθυνση, και την αρίθμηση που συνιστά έναν προσδιορίσιμο μικρόκοσμο μέσα σε ένα δικαιακό πλαίσιο ανταλλαγών. Το πλήθος μπορεί να αριθμηθεί, ο όχλος όχι. Η βούληση – που αναφέραμε πιο πριν-, μαζί με τη φαντασία και τη νοερή σύλληψη του κοινωνικού, είναι που παράγει και κυοφορεί “σενάρια δράσης”, κυοφορεί το πρακτέον. Ομιλιακά σενάρια, σενάρια δράσης και μέτρησης: μετρώ τον χρόνο και ομιλώ. Σέβομαι. Δρω και αναλογίζομαι τις απολαβές μου. Μετρώ. Η ζωή μας είναι μια συνεχής, εγγενής καταμέτρηση των ημερών μας πάνω στη γη, και η κάθε ημέρα είναι μια αναφορά μετρήσεων στον ζυγό των καλών και των απευκταίων ροπών μας: μετρήσεις στον τελικό ζυγό του εσωτερικού μας ήθους. Και κάτι ακόμα μονάχα: «γράφω» σημαίνει ουσιαστικά «απευθύνομαι». Κι αυτές οι σύνολες «μοναχικές απευθύνσεις» είναι που κινούν τον Κόσμο μας και την αληθινή «πένα της κάθε ψυχής». Μόνο και μόνο επειδή υπάρχουμε όλοι μας σ’ ένα απίστευτο συγχρονικό θαύμα. Μαζί.

Μια πολύ σύντομη προσέγγιση στη φύση και την ουσία της γλώσσας στην ποιητική λειτουργία

«Η ουσίωση της γλώσσας δεν μπορεί να είναι κάτι το γλωσσικό […] Αυτό συμβαίνει και με την έκφραση «[η γλώσσα είναι ο] οίκος του Είναι». Όπου πλέον δεν γίνεται λόγος για «γλώσσα», αλλά για «οίκο» και για «Είναι». (Martin Heidegger, Από μια συνομιλία για τη γλώσσα, σελ. 181). Στην επόμενη σελίδα, λέει επίσης: «Η ουσίωση εννοείται ως εμπειρία». Μια δόνηση του Είναι, ένα βίωμα, μια κατανόηση – είναι αυτό που πρέπει να μας απασχολεί, αυτό όπου πρέπει να επικεντρώνουμε όταν ασχολούμαστε με προβλήματα που περιστρέφονται γύρω από τη φύση και τον προορισμό της γλώσσας. Και αν μιλούσαμε μονάχα για έναν ευτελή, έναν πολιτικό έστω προορισμό, ίσως μέσα από τις ιδέες της ενημέρωσης, της κοινής γνώμης και του πράττειν, να είχαμε συναντήσει μια αφετηρία κι έναν σκοπό ταυτόχρονα. Όμως όταν έχουμε να κάνουμε με την ποίηση, οφείλουμε ακριβώς να την αναγνώσουμε, να προσλάβουμε αυτήν την απεύθυνση του Άλλου. Χωρίς να χαθούμε σε μια συναλληλία της αερολογίας και της περιέργειας – όπου διαβάζουμε για να διαβάσουμε και μόνο – οφείλουμε να διεισδύουμε στην περιοχή εκείνη όπου κυριαρχεί το «σύνολο του μες-τον-κόσμον-Είναι». (Είναι και Χρόνος, σελ. 255). Και ποιά είναι αυτή η περιοχή; Δεν μπορεί να είναι άλλη από την εμπειρία της μετοχής μέσα στο Είναι, της εμπειρίας του να βρίσκεται κανείς μέσα στον Κόσμο. Σ’ αυτήν ακριβώς την εμπειρία οντώνεται η ουσίωση. Και με τον όρο «όντωση» εννοούμε αυτό που εξυφαίνεται ως πραγματικό διαφυλάσσοντας τα όρια αυτής της μετοχής του υποκειμένου μέσα στο Είναι. Και τελικά, είναι ό, τι μπορεί να διαυγασθεί ως βίωμα, ως αίσθηση και ως ουσία, αντιμαχόμενο ακριβώς είτε την καθημερινή ρητορική της ταυτότητας είτε τις μη εγγράψιμες ψηφίδες του Κόσμου που αδιάκοπα αγαπούν να μας «ξεγλυστρούν», να διαφεύγουν από τα μάτια ή τα χέρια μας. Ένα ποίημα δρα όπως μια μικρή πέτρα στην επιφάνεια ακίνητου νερού: είτε θα «ακουστεί» είτε θα εμφανιστεί ως κύμα. Και τέλος, θα περάσει ίσως απαρατήρητο στη χώρα των συμπαντικά αδιάφορων γεγονότων. Γιατί το μόνο συμβάν που ουσιώνει ένα ποίημα, είναι η ειλικρίνειά του, η αλήθεια του ή ο μύθος που εύχεται να κυοφορήσει.