My commission

12112358_10204730845891498_3788595927438223907_n

Φωτογραφία της Λίνας Δημητροπούλου

MY COMMISSION

Now, dignify every alert of wisdom – be touchful and careful – do not evaporate under your childhood stairs, do not vanish into the marketplace-
Be thoughtful but useful as well – just accept smoothly your own path and regain your local screen – on and on as it goes again – until a lullaby of tiny robins comes
and escapes you
through your hands vapor and sand
upon an open true colored horizon breeze
into your own flesh and bones – everytime you breath into the chilly night or even you just keep staring wishfully at me. Yes, I am committed.

1 – 5 – 2014

Δύο ποιήματα

Η εσπέρα της Ταφής

Κι ο δρόμος δεν μου ανήκει.
Αποχωρισμένη διακόρευση της αυγής, αφήνει πίσω της κάθε άλλη γυναίκα
κι εμμένω στιγματισμένος μόνος, με σκέψη βαθιά
καθώς στον ορίζοντα του στήθους της δεκαεννιάχρονης Μπριγκίττε,
ο ουρανός απλώνεται βαρύς, ενάντιος στην προφητεία των κομητών.
Τετέλεσται τώρα το μένος.

Κι ο δρόμος δεν μου αρκεί. Ακατάπαυστος.
Είναι απόλυτα προσωπικό το νόημα των καιρών.
Οχλοβοή. Πολλοί περιέρχονται με φόρτο αμάλγαμα.
Πολλοί κερδίζουν ζωή, εφήμερη κι έναν καθαρμό επιούσιο
στο βήμα της μεθόδου.
Ναι, σκέφτονται. Όλοι πετούν χαμηλά, έμβρυα πτερωμένα. Έρμαια νησιά του παντός αποκαλύπτουν την αρχαία ρήση: «η φύση είναι μυστήριο, δεν είναι θεία».
Και στο ρείθρο της καταπακτής, ένα βοτάνι άνομο εύχεται ευλογίες
Εύχεται νηπενθή Αστερούσια όρη και μονοπάτια κινδύνου
καθώς οι ιαχές μέσα από τις κατακόμβες διυλίζουν τη μαύρη γη
που αρπίζει γνέφοντας οιωνούς στα κυπαρίσσια.
Χάνομαι κοιτάζοντας τον καθένα στα μάτια
κι οπαδός εξαναγκασμένος γίνομαι της θερμότητας
Ίσα να ψηλαφήσω το καλοκαίρι
Και το βλέμμα το άκοπο του χώματός σου που σε θρηνεί.

20 – 6 – 2014

Δεισιδαίμων Όλυνθος

Πού είναι τα χέρια σου γυμνή Χριστίνα;
Χριστίνα μου…
Δειλός είναι ο κάμπος όσο τον αποφεύγεις.
Έτσι κρατιέται γόνιμος και συμπαγής στους αχυρώνες.
Κι η Όλυνθος περιμένει την παρειά της σιωπής
Να λαβώσει την ασύντακτη παρθενία
Αμείλικτα προσκολλημένη στα χτυπήματα της γης
Που συγκέντρωσες μέσα από τις φωνές των ανθρώπων.
Κρύο, πυρετός, οστά και φτώχεια
Δίνουν το δρόμο στο χορό της ακινησίας
που απλώνεται μ’ απειλές, κατάρες και κόλυβα
Σε όσα στόμωσαν την καρδιά σου και δεν ανακαλύπτει, δεν ανακαλύπτει πια…
Πια δεν χωράει μήτε τον Ήλιο, μήτε το άπειρο, μήτε τον ωκεανό…
Μονάχα λιγάκι τη βροχή και τα παράθυρα.

20 – 6 – 2014

Υαλόπετρες

Κι ο ήλιος να εξακολουθεί το ρήμα του
Σμίγοντας με νοερές κατοικίες ανθρώπων.
Πόσο σέβονται αυτόν που έρχεται να πληρώσει τόσο θόρυβο λεπτό,
Τόσο θρόμβο, τόση ανάσα

Ορίζοντας είναι ό, τι η εικόνα μου σκεπάζει
Ορίζοντας είναι η σάρκα μου – ιδιοτελής
Ορίζοντας είναι το θυμιατό της περιουσίας
Της μέριμνας, της ιδιοπαροχής.

(Εκδορές ιάσμου, καλπάζουσα υποσκελής έρπει
Η μέδουσα που σκιρτά πλευρικά στο δειλό της χάδι).

Ποιος καταμετρά την παρουσία μου;
Πού είναι τα τέκνα, οι Λαιστρυγόνες, οι ψίθυροι;
Αντ’ αυτών ομιλίες – ομιλίες ξερές, δίχως λέπια και ύφανση. Δίχως οσμές…

Βράχος κρανίου ανέγγιχτος
Αναρίθμητες προσβολές μιας παρθένας τράπεζας σχολικών εφαλτηρίων:
Ω, η καμπή της! Τώρα οι γέφυρες είναι ταμεία
Είναι κλωστές μιας αποικίας ερπηστριοφόρων επίκουρων
Κι είναι έρημες, θαμπές, ανόμοιες
Καθώς η μετριοφροσύνη των βλεφάρων του Σαρωνικού σου
Και η ημερησία οχλοβοή του τυχαίου αμαλγάματος
Ενός αιώνια σφιχτοδεμένου πλήθους
Που σβήνει στις κόρες των ματιών
Σβήνει στις υαλόπετρες κι όλο εισέρχεται,
Εισέρχεται στο σύθαμπο της αυγής της πρόνοιάς σου.

Αμετακίνητη. Φεύγεις με το πρόσωπο άσπιλο
Ενώ σ’ ακολουθούν εκατομμύρια ποτάμια

Ποιος είναι ακόμα παιδικός;
Ποιος κλαίει;
Με τόση θέρμη στην αναβολή δοσμένος
Έρχεται μοιραία η πρόσκληση της συνουσίας
Ίσα για να ηχήσει τη διαπόμπευση του άγνωστου θεράποντος
Και να καταπαύσει της θυελλώδους λαϊκής επιθυμίας το μένος…

19 – 9 – 2014

ΟΧΙ ΜΟΝΟΣ

OXI MONOΣ

Σ’ έχω δει πολλές φορές
Και ξέρω πώς τα βλέπεις
Άλλοτε τόσο φτηνά
Κι άλλοτ’ ονειρεμένα

Κι είπα «όχι, όχι, δεν είσαι μόνος!»

Ηλίθιοι μεγέθους πρώτου
Κι απόλυτα βιασμένοι
Κρύβονται παντού, χά!
Και ψάχνονται παντού, χά!
Χωρίς ποτέ τους όμως
Το ρόλο τους να νοιώθουν

Κι είπα «.όχι, όχι, δεν είσαι μόνος!»

Στραμμένος ίσα κάτω
Πλαντάζεις από φόβο
Ψευδαίσθηση ατομικότητας
Και λάθη, λάθη, λάθη…
Μοναδική σου ανάγκη
Αχ, να τα δώσεις όλα
Στον σύντροφο τον λάθος
Που δεν καταλαβαίνει
Δεν καταλαβαίνει
Δεν καταλαβαίνει
Και δεν αντηχά

Κι είπα «όχι, όχι, δεν είσαι μόνος!»

(Πρόκειται για το πρώτο τραγούδι που έγραψα για τους SEX BEAT το 1985 στο Ηράκλειο της Κρήτης, με τίτλο “NOT ALONE”. M’ αυτό το τραγούδι ανοίγει βέβαια και η πρώτη κασέτα των SEX BEAT. Επειδή η αρχική εκτέλεση είναι στα αγγλικά, θεώρησα σκόπιμο να το μεταφράσω, φέτος, το 2013. Και ιδού το αποτέλεσμα. Όποιος Έλληνας μουσικός, ράπερ, πάνκης, ελέκτρο κλπ.γουστάρει, μπορεί να το χρησιμοποιήσει στέλνοντας μου πρώτα όμως απλά ένα mail. Τhanks).

Αρμονίη

«Αρμονίη αφανής, φανερής κρείττων»

Μία σταγόνα
ο καθείς
μέσα στον απέραντο Ωκεανό
της ανθρωπότητας.
Βρες τον εαυτό σου
έντιμα, ξάστερα
και μην τον αδικείς-
κι ύστερα
όλα θα γίνουν
από μόνα τους-
Γιατί δεν θα
ψάχνεις πια,
παρά
θα βρίσκεις.
Και θα λες πια
όπου κι αν βρεθείς
«μα είναι δυνατόν
όλα, όλα, όλα,
μα όλα να είναι εδώ

16 – 5 – 2013